0

Η έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα και τη σημασία του είναι κοινός τόπος σε όλες τις διακηρύξεις για το σύγχρονο στρατό, συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού. Οι διακηρύξεις όμως απέχουν από την πραγματικότητα σε όλες τις κατηγορίες στρατιωτικού προσωπικού, ξεκινώντας από την «κουλτούρα» επιτελικής σκέψης και παραγωγής στελεχών και φτάνοντας ως το επίπεδο του απλού στρατιώτη. Ειδικά η αξιοποίηση της πολυπληθέστερης ανθρώπινης δεξαμενής του ΕΣ, αυτής των κληρωτών, βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο εδώ και πολλές δεκαετίες.

Η θεμελιακή αιτία αυτής της κατάντιας είναι η επικράτηση, περί το 2000, της αντίληψης ότι οι στρατοί κληρωτών είναι «ξεπερασμένοι», η στρατιωτική θητεία είναι «χαμένος χρόνος» και ότι ο «εκσυγχρονισμός» της χώρας έπρεπε να περιλαμβάνει και την κατά το δυνατόν «επαγγελματοποίηση» των ΕΔ, έστω και με μείωση του όγκου τους. Η πρόσληψη επαγγελματιών οπλιτών προβλήθηκε ως η τέλεια λύση, καθώς προήγαγε την «επαγγελματοποίηση» και συνεπώς τη μαχητική ισχύ, άνοιγε στους πολιτικούς ένα νέο πεδίο ρουσφετιών (άκρως «αναγκαίο» μετά το νόμο περί ΑΣΕΠ στις προσλήψεις στο Δημόσιο), και φυσικά περιόριζε το χρόνο θητείας των «παιδιών», προς αγαλλίαση των μαμάδων τους. Έτσι φτάσαμε σταδιακά στη στρατιωτική θητεία των 9 μηνών και την πρακτική αδυναμία εκπαίδευσης σε επίπεδο μονάδας.

Σήμερα, με διαφορετικές οικονομικές συνθήκες, με τα κονδύλια πρόσληψης ΕΠΟΠ να είναι ανύπαρκτα, τα κενά τεράστια και τα δημογραφικά δεδομένα αμείλικτα, κανείς δεν αρνείται ότι εκείνη η επιλογή ήταν ένα θεμελιώδες λάθος. Όπως το έθεσε ο επίτιμος Α/ΓΕΕΘΑ (και ακαδημαϊκός) στρατηγός Δ. Σκαρβέλης, επαγγελματικοί στρατοί «είναι αυτοί των μεγάλων χωρών, οι οποίες δεν θα κληθούν να πολεμήσουν «υπέρ βωμών και εστιών», αλλά εκστρατεύουν σε πολέμους ανά τον κόσμο […] Eίμεθα διαφορετική περίπτωση και απαιτείται διαφορετική αντιμετώπιση. […] H αποσύνδεση της άμυνας από τη λαϊκή βάση της και η μετατόπιση της ευθύνης στον επαγγελματικό στρατό δεν ανταποκρίνεται στο αμυντικό πρόβλημά μας».

Η έμφαση επομένως πρέπει να επανέλθει στον απαξιωμένο κληρωτό. Έχουν κατατεθεί αρκετές αξιόλογες προτάσεις για τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας (πρόταση Ακαδημίας Αθηνών , «Σχέδιο 18+18», πρόταση Strategy Reports), που όλες συμφωνούν τουλάχιστον στην ανάγκη αύξησής της. Αλλά η αύξηση της διάρκειας της θητείας είναι βέβαια αναγκαία, όχι όμως και ικανή (από μόνη της) προϋπόθεση για την αναβάθμιση του ρόλου των κληρωτών.

Το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι εκτός από την (αναγκαία) αύξηση της διάρκειας της θητείας και τη βελτίωση της εκπαίδευσης, η μεταρρύθμιση της στρατιωτικής θητείας πρέπει να δώσει και κίνητρα, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Έλληνα και αξιοποιώντας τα. Μια «ανανοηματοδότηση της θητείας» όπως την εννοούμε εδώ, πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη τρία ιδιαίτερα, διαχρονικά χαρακτηριστικά του Έλληνα στρατιώτη:
τον εγωισμό, που στη θετική του πλευρά εκφράζεται και ως φιλότιμο, αλλά έχει και τις αρνητικές πλευρές του (εριστικότητα, απροθυμία)
τον περιπετειώδη και φιλοπερίεργο χαρακτήρα
την τάση να πειθαρχεί μόνο σε όσους θεωρεί άξιους σεβασμού («ο σεβασμός δεν επιβάλλεται, κερδίζεται»).

Μια στοχευμένη πολιτική θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία για να εκπαιδεύσει συνειδητούς στρατιώτες και να κερδίσει για πάντα συνειδητούς εφέδρους:
Ο εγωισμός του Έλληνα στρατιώτη μπορεί να κεντριστεί θετικά, ιδίως αν πεισθεί εμπράκτως ότι η πολιτεία εκτιμά τη ζωή του, διαθέτοντάς του ικανό εξοπλισμό προστασίας (π.χ. σύγχρονο κράνος και αλεξίσφαιρο γιλέκο)
Η περιπετειώδης διάθεση μπορεί να αξιοποιηθεί με ρεαλιστικές ασκήσεις, που ανεβάζουν την αυτοπεποίθηση και το ηθικό. Το «Σχολείο Μαχητού» είναι μια καλή αρχή, ενώ πρόσθετο εκπαιδευτικό ενδιαφέρον θα μπορούσε να δώσει η απόκτηση «δεξιοτήτων για την πολιτική ζωή» που όμως έχουν και μεγάλη στρατιωτική αξία, όπως Α΄ Βοήθειες και πολεμικές τέχνες – και όχι σεμιναρίων επαγγελματικού προσανατολισμού κλπ. που βασίζονται στην παραδοχή ότι «η θητεία είναι χαμένος χρόνος».
Η ιδιαίτερη λογική πειθαρχίας του Έλληνα («ο σεβασμός δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζεται») πρέπει να είναι πάντα γνώμονας για τα μόνιμα στελέχη – αλλά πρέπει να είναι και ο γνώμονας για ένα νέο σύστημα ανάδειξης έφεδρων βαθμοφόρων με ουσιαστικό ρόλο. Αυτό ακριβώς το σημείο θα αναπτύξουμε παρακάτω.

Αυτό που θα μπορούσε να κεντρίσει πάνω απ’ όλα τον εγωισμό, την περιπετειώδη διάθεση αλλά και την ενσυνείδητη πειθαρχία, θα ήταν ένα νέο σύστημα επιλογής των εφέδρων βαθμοφόρων (υπαξιωματικών και αξιωματικών), οργανωμένο με σκοπό:
να επιλέξει τους καλύτερους στρατιώτες για βαθμοφόρους,
να ξυπνήσει την άμιλλα μεταξύ τους για την επιλογή αυτή, βελτιώνοντας έτσι τη διάθεση στην εκπαίδευση
να παράγει έφεδρους βαθμοφόρους (υπαξιωματικούς και αξιωματικούς) με πραγματική αξία και υψηλό βαθμό αποδοχής από στρατιώτες και στελέχη

Το κλειδί για την αλλαγή του συστήματος θα ήταν η αλλαγή του τρόπου επιλογής των Δοκίμων Εφέδρων Αξιωματικών (ΔΕΑ), που είναι ο ανώτατος βαθμός με τον οποίο μπορεί να υπηρετήσει ένας κληρωτός. Σήμερα οι ΥΕΑ επιλέγονται (όχι πάντα αξιοκρατικά) και στέλνονται στις σχοιλές εφέδρων αξιωματικών από τα ΚΕΝ, χωρίς καμία εμπειρία μονάδας. Αυτό σημαίνει ότι
ότι η επιλογή τους δε γίνεται με βάση την επίδοσή τους σε στρατιωτικά αντικείμενα, αλλά με τυπικά ή πελατειακά κριτήρια,
φτάνουν στις μονάδες έχοντας μειονέκτημα εμπειρίας σε σχέση με τις σειρές στρατιωτών που ήδη υπηρετούν εκεί και
οι αποκτηθείσες στρατιωτικές γνώσεις και οι προσωπικές ικανότητές τους δεν αρκούν πάντοτε για να «σταθούν» επάξια.

Θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα, αν η ανάδειξη των ΔΕΑ ήταν το επιστέγασμα μιας μακράς διαδικασίας «απόσταξης» από το σύνολο των διαθέσιμων στρατιωτών, ώστε η ανάδειξη να είναι κίνητρο για όλους, και ο βαθμός να αντικατοπτρίζει τη διαδικασία ανάδειξης και να εμπνέει σεβασμό.

Ιδανικό θα ήταν οι νεοσύλλεκτοι, μετά τη βασική τους εκπαίδευση, να ολοκληρώνουν τουλάχιστον ένα κύκλο εκπαίδευσης σε μονάδες εκστρατείας, στη συνέχεια να κρίνεται σε επίπεδο μονάδας (Διοικητή) ποιοι θα προταθούν για εκπαίδευση στους ΛΥΒ ως έφεδροι υπαξιωματικοί, και εκεί (σε επίπεδο ΛΥΒ) να επιλέγονται οι καλύτεροι για περαιτέρω εκπαίδευση ως έφεδροι αξιωματικοί. Ένα τέτοιο αποκεντρωμένο σύστημα θα ήταν δυσκολότερο να χειραγωγηθεί από αναξιοκρατικές παρεμβάσεις. Κυρίως όμως θα έδινε σε κάθε επίπεδο εκπαίδευσης το κίνητρο, ότι οι καλύτεροι θα ανέβουν στο επόμενο «σκαλοπάτι» Ως πρόσθετο κίνητρο θα μπορούσε να λειτουργήσει μια μηνιαία αποζημίωση για κάλυψη μικροεξόδων, κλιμακωμένη από το επίπεδο του στρατιώτη ως το επίπεδο του ΔΕΑ, αν υπάρξει η οικονομική δυνατότητα.

Η θητεία κληρωτού στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει ενδεικτικά 1-2 μήνες ως νεοσύλλεκτος (με πιθανή συμπερίληψη σχολείου μαχητού), έξι μήνες εκπαίδευση Α΄ κύκλου σε μονάδα εκστρατείας και στη συνέχεια (για όσους επιλεγούν) 1-2 μήνες στους ΛΥΒ. Στη συνέχεια οι έφεδροι υπαξιωματικοί θα επέστρεφαν στις μονάδες για έναν ακόμη εξάμηνο κύκλο εκπαίδευσης με καθήκοντα του βαθμού τους (ομαδαρχών). Οι αριστεύσαντες των ΛΥΒ θα μπορούσαν να στέλνονται (με επιτόπια επιλογή) στις αντίστοιχες Σχολές Εφέδρων Αξιωματικών. Εκεί μόνο οι καλύτεροι κάθε σειράς ΛΥΒ (και όχι οι «διορισμένοι» ήδη από νεοσύλλεκτοι ως ΥΕΑ), θα ονομάζονταν ΔΕΑ μετά από τετράμηνη φοίτηση (που θα αποτελούσε και πρόσθετο χρόνο θητείας). Στη συνέχεια μετά από τρία στάδια αξιολόγησης (στη μονάδα, στους ΛΥΒ και στη Σχολή) θα επέστρεφαν στις μονάδες για να ασκήσουν καθήκοντα του βαθμού τους (διμοιριτών) για έναν εξάμηνο κύκλο εκπαίδευσης.

Ως προς την ύλη της εκπαίδευσης, ο βασικός κανόνας θα έπρεπε να είναι η βελτίωση κατά ένα επίπεδο: δηλαδή η εκπαίδευση του κληρωτού να ανέβει στο επίπεδο της εκπαίδευσης των ΛΥΒ (πχ προσθήκη αντικειμένων Α΄ βοηθειών), η εκπαίδευση των ΛΥΒ να περιλάβει αντικείμενα που κατά βάση διδάσκονται στις Σχολές Εφέδρων Αξιωματικών (διοίκηση ομάδας και περιπόλου), και η πρόσθετη εκπαίδευση των ΔΕΑ να εστιαστεί στο επίπεδο της διοίκησης διμοιρίας. Και θα ήταν κρίσιμος ο συγχρονισμός των κύκλων εκπαίδευσης, ώστε οι κληρωτοί βαθμοφόροι να ολοκληρώνουν ένα κύκλο εκπαίδευσης ως στρατιώτες, και ένα κύκλο εκπαίδευσης στο βαθμό τους.

Το σύστημα αυτό, που στοχεύει στην παραγωγή εφέδρων βαθμοφόρων «από τα σπλάχνα» των μονάδων, θα συνδυαζόταν ιδανικά με την εισαγωγή ενός συστήματος συνυπηρέτησης των ίδιων κληρωτών σε επίπεδο ομάδας και διμοιρίας, με κοινή βασική εκπαίδευση, κοινή μετάθεση στην ίδια μονάδα, κοινή εκπαίδευση εκεί και ανάδειξη των ικανότερων από αυτούς σε κληρωτούς βαθμοφόρους. Είναι γνωστά και τεκμηριωμένα τα θετικά αποτελέσματα που έχει στη συνοχή κάθε στρατιωτικής μονάδας αυτή η πρακτική (αντί άλλων παραπομπων θα παραπέμψουμε στη γνωστή σειρά Band of Brothers), και η παραγωγή βαθμοφόρων «από τα σπλάχνα» κάθε σειράς.

Το μοντέλο αυτό θα μπορούσε επίσης να συμπληρωθεί με δυνατότητα παραμονής των εφέδρων βαθμοφόρων και μετά το χρόνο απόλυσης, αναλόγως των αναγκών (που καθορίζονται κεντρικά) και της ατομικής τους αξιολόγησης (που θα καθορίζεται σε επίπεδο μονάδας ή τοπικού σχηματισμού). Θα μπορούσε επίσης, αν αυτό θεωρηθεί σκόπιμο, να δοθεί πρόσβαση των εφέδρων βαθμοφόρων, μετά την ολοκλήρωση της θητείας, στις αντίστοιχες παραγωγικές σχολές αξιωματικών και υπαξιωματικών. Υπάρχουν αλλοδαπά μοντέλα (π.χ. Ισραήλ) που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προς την κατεύθυνση αυτή. Επειδή όμως αυτή η πτυχή είναι σίγουρο ότι θα ξεσηκώσει αντιδράσεις, μπορεί και να παραλειφθεί εντελώς, χωρίς να χάνει κάτι το υπόλοιπο σχέδιο.

Το μοντέλο αυτό θα μπορούσε να υλοποιηθεί με θητεία διάρκειας κατ’ ελάχιστο 16 μηνών (20 μηνών για τους ΔΕΑ), που είναι και ο ελάχιστος χρόνος θητείας που έχει προταθεί στη μελέτη της Ακαδημίας Αθηνών. Η επαναφορά της διάρκειας θητείας στους 18 μήνες παραμένει ευκταία για τη βελτίωση της επάνδρωσης, αν και ελπίζεται ότι η εξελισσόμενη αναδιοργάνωση του ΕΣ με κατάργηση μονάδων και συγχώνευση στρατοπέδων θα επιτρέψει την κάλυψη των κενών σε ανεκτό βαθμό.

Ο βασικός αντίλογος που θα προβληθεί σε ένα τέτοιο σχέδιο είναι το «πολιτικό κόστος» που υποτίθεται ότι θα έχει η αύξηση της διάρκειας της θητείας, αλλά και η περικοπή της δυνατότητας ρουσφετιών που επιφέρει σε πολλά επίπεδα (πρόσληψη ΕΠΟΠ, επιλογή ΥΕΑ). Όποιος σκέφτεται έτσι όμως, δεν έχει λάβει υπόψη του το βαθύτερο πατριωτισμό της ελληνικής κοινωνίας: ας ρίξουν μια ματιά στις δημοσκοπήσεις που φέρουν τις Ένοπλες Δυνάμεις πολύ ψηλά στην αποδοχή της κοινωνίας, ας ρίξουν μια ματιά στις χιλιάδες ενεργών πολιτών – οπλιτών που συρρέουν στα σωματεία και τις λέσχες εφέδρων για να λάβουν τη ρεαλιστική στρατιωτική εκπαίδευση που στερήθηκαν στη θητεία τους… Η ελληνική κοινωνία είναι δεκτική στη χρονική αναβάθμιση της στρατιωτικής θητείας, αν αυτή συνδέεται με ποιοτική αναβάθμιση της συμμετοχής του πολίτη στην Άμυνα της χώρας. Ζητείται οξυδερκής πολιτικός που θα το κατανοήσει…




e-amyna

Δημοσίευση σχολίου Blogger

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 
Top