0

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, με την εισαγωγή σε υπηρεσία μεγάλου αριθμού προηγμένων για την εποχή μαχητικών αεροσκαφών και όπλων και την αντίστοιχη εξέλιξη που αυτά επέφεραν στα δεδομένα του αεροπορικού αγώνα, η ΠΑ διέγνωσε την ανάγκη για την δημιουργία των υπηρεσιών και των υποδομών εκείνων που μέσω της παροχής ρεαλιστικής επιχειρησιακής εκπαίδευσης θα μεγιστοποιούσαν την αξιοποίηση των νέων αυτών μέσων. Έτσι, το 1976 ιδρύεται το Σχολείο Όπλων Τακτικής (ΣΟΤ) στα πρότυπα αντίστοιχων δομών των ΗΠΑ που έχαιραν μεγάλης φήμης στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Το ΣΟΤ έκτοτε παρέχει υψηλότατης ποιότητας επιχειρησιακή εκπαίδευση στην αεροπορική τακτική, και η συμβολή του στο ευρύτερο επίπεδο των Ελλήνων Ιπταμένων είναι καθοριστική.

ΚΕΑΤ: Ιστορία και αποστολή

Ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ΣΟΤ τα συμπεράσματα που εξάγονταν ήταν κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά και έτσι αποφασίστηκε η δημιουργία ενός φορέα που θα κάλυπτε πλέον ολόκληρο το φάσμα του αεροπορικού αγώνα και θα συγκέντρωνε στις τάξεις του όλες τις σχετικές υπηρεσίες. Αυτός ο φορέας δεν ήταν άλλος από το Κέντρο Αεροπορικής Τακτικής (ΚΕΑΤ) που ιδρύθηκε στην ΑΒ Ανδραβίδας το 1983. Το ΚΕΑΤ είναι αυτοτελής Σχηματισμός επιπέδου Πτέρυγας Μάχης (ΠΜ). Σε αυτό, εκτός από το ΣΟΤ υπήχθησαν και το Σχολείο Ηλεκτρονικού Πολέμου (ΣΗΠ, υφίστατο από το 1979, αρχικά υπό την 128η ΣΕΤΗ και αργότερα υπό το ΑΤΑ) και το Σχολείο Επιχειρήσεων Αέρος-Επιφανείας (ΣΕΑ/Ε, υφίστατο από το 1946 ως “Σχολή Συνεργασίας Αέρος-Στρατού-Ναυτικού” και “Εκπαιδευτικό Κέντρο Επιχειρήσεων Αέρος-Εδάφους” από το 1957, απευθείας υπό το ΑΤΑ).

Έτσι το ΚΕΑΤ παρείχε ολοκληρωμένη επιχειρησιακή αεροπορική εκπαίδευση, ενώ ταυτόχρονα αποτελούσε και τον φορέα μελέτης και ανάπτυξης νέων τακτικών και τεχνικών, δοκιμής νέων συστημάτων και όπλων, παρακολούθησης των αντίστοιχων διεθνών εξελίξεων και, γενικότερα, βελτίωσης του επιπέδου των χειριστών της ΠΑ πάντοτε σε συνάρτηση με την υπάρχουσα απειλή και τα διατιθέμενα μέσα. Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο, την Άνοιξη του 1985 ιδρύεται στο ΚΕΑΤ και άλλη μια ανεξάρτητη υπομονάδα, της οποίας την ύπαρξη αγνοούν σήμερα οι περισσότεροι. Αυτή δεν ήταν άλλη από το Σμήνος Απεικόνισης Απειλής (ΣΑΑ) το οποίο απάρτιζαν 5 μαχητικά αεροσκάφη F-104G (εξ αυτών που είχαν αποκτηθεί τα προηγούμενα χρόνια από τα δυτικογερμανικά αποθέματα), 5 ιπτάμενοι-χειριστές και ένας ελεγκτής αεράμυνας. Αποστολή του ΣΑΑ ήταν η εκπαίδευση των χειριστών των πολεμικών Μοιρών στην αντιμετώπιση των τουρκικών F-104G/S, τα οποία αποτελούσαν τον συνηθέστερο τύπο κατά τις παραβιάσεις του ΕΕΧ, στα πλαίσια της έντονης δραστηριότητας που ήδη είχε αρχίσει να αναπτύσσει τότε (και γιγαντώθηκε περίπου μια δεκαετία αργότερα) η Τουρκική Αεροπορία πάνω από το Αιγαίο. Το ΣΑΑ συνέχισε να λειτουργεί έως το 1989 οπότε και καταργήθηκε λόγω της άφιξης των μαχητικών γ’ γενιάς, τα οποία και ανέλαβαν (εκατέρωθεν) έκτοτε το μεγαλύτερο βάρος σε αυτόν τον καθημερινό ακήρυχτο πόλεμο. Πολύ αργότερα υπήρξαν κάποιες σκέψεις για επανασυγκρότηση του ΣΑΑ με αεροσκάφη F-16C/D Block-30, αλλά αυτό δεν τελεσφόρησε.

Το 1987 η δραστηριοποίηση του ΚΕΑΤ στον τομέα του ηλεκτρονικού πολέμου διευρύνεται ακόμη περισσότερο με την ίδρυση του Διακλαδικού Σχολείου Ηλεκτρονικού Πολέμου (ΔΣΗΠ). Σημειώνεται μάλιστα πως το ΔΣΗΠ και το ΣΗΠ, πέραν του στρατιωτικού προσωπικού, στελεχώνονται και με διδακτικό/επιστημονικό προσωπικό από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Χαρακτηριστικό του γενικότερου επιπέδου είναι η απόλυτη επιτυχία που συνόδευσε την διοργάνωση στην ΑΒ Ανδραβίδας της ΝΑΤΟικής άσκησης ηλεκτρονικού πολέμου «Spartan Hummer 2006». Οι εντυπώσεις των συμμετεχόντων μάλιστα, ήταν τόσο καλές που υπήρξε τότε η άτυπη πρόταση για μόνιμη διεξαγωγή της ετήσιας αυτής άσκησης στη χώρα μας (κάτι που δυστυχώς δεν υλοποιήθηκε).

Το 2001 ιδρύεται στο ΚΕΑΤ και Τμήμα Δοκιμών το οποίο και στελεχώνεται από συγκεκριμένο αριθμό ιπταμένων και μηχανικών που είχαν εκπαιδευτεί σε φημισμένες σχολές δοκιμαστών του εξωτερικού. Το Τμήμα αυτό είχε καθοριστικό ρόλο (δοκιμές αποδοχής/παραλαβής, επί μέρους πιστοποιήσεις κλπ.) σε μια σειρά σημαντικών προγραμμάτων όπως αυτό των μαχητικών Mirage 2000-5, των ΑΣΕΠΕ EMB-145H Erieye, των αναβαθμισμένων F-4E AUP και διαφόρων άλλων μικρότερων. Στα πλαίσια αυτών μάλιστα αναπτύχθηκε και στενή συνεργασία με το -τότε- Κέντρο Έρευνας Τεχνολογίας Αεροπορίας (ΚΕΤΑ).
Επισημαίνεται πως τα Σχολεία του ΚΕΑΤ διοργανώνουν και μια σειρά εθνικών ασκήσεων μεγάλης εμβέλειας, όπως «Ηνίοχος» (ΣΟΤ), «Δούρειος Ίππος» (ΣΗΠ & ΔΣΗΠ), «Ολυμπία» (ΣΕΑ/Ε) κλπ., στις οποίες προσωπικό και μέσα όλων των Κλάδων ασκούνται σε εξειδικευμένα αντικείμενα, με πολύπλοκα σενάρια και σε ρεαλιστικές συνθήκες.


Υποδομές

Υπό τα ΚΕΑΤ βρίσκεται ενταγμένη και Μοίρα Τακτικής Υποστήριξης (ΜΤΥ) η οποία παρέχει υπηρεσίες επιχειρησιακής υποστήριξης κατά τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες του Κέντρου, ενώ ταυτόχρονα είναι υπεύθυνη και για την τεχνική υποστήριξη των οργανικών μέσων και υλικών αυτού. Βασικό συστατικό της ΜΤΥ είναι ο Εναλλακτικός Σταθμός Ραντάρ «Όμηρος» που εξοπλίζεται με ένα μεγάλης εμβέλειας (κινητό) AR-327 Commander. Στην ΜΤΥ υπάγονται επίσης το Σμήνος Ηλεκτρονικών Εφαρμογών, το Σμήνος Αεροπορικού Ελέγχου και το Σμήνος Εξυπηρέτησης με τις ανάλογες αρμοδιότητες και μέσα.

Εκτός από την ΜΤΥ στην «υποδομή» του ΚΕΑΤ υφίσταται και το Πεδίο Ηλεκτρονικών Εφαρμογών (ΠΗΕ) που στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο από έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, σε καίρια σημεία του οποίου υπάρχουν συστήματα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου (πραγματικά και εξομοιωτικά) τα οποία προσφέρουν την δυνατότητα εξάσκησης σε ένα πλήρως ελεγχόμενου αλλά και ρεαλιστικό, από άποψης ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών, περιβάλλον. Εντός της έκτασης του ΠΗΕ βρίσκεται και το Πεδίο Ασκήσεων-Βολών Ζακύνθου, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς καθιστά δυνατή την εκτέλεση πραγματικών βολών με μια σειρά όπλων σε έναν ασφαλή χώρο, εντός του ρεαλιστικού περιβάλλοντος που προαναφέραμε και σε μικρή απόσταση από την ΑΒ Ανδραβίδας (με ότι θετικό αυτό συνεπάγεται).

Από εκεί και πέρα το ΚΕΑΤ, αναλόγως και των αναγκών, «δανείζεται» επιπλέον επιχειρησιακά μέσα (αεροσκάφη, Α/Α συστήματα, συστήματα επιτήρησης και ηλεκτρονικού πολέμου κλπ.) από Μονάδες και της ΠΑ αλλά και των δύο άλλων Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων. Στο παρελθόν πάντως είχε επιδιωχθεί ο εμπλουτισμός του σχετικού επίγειου εξοπλισμού που διαθέτει η ΠΑ χωρίς όμως να ευοδωθούν όλες οι προσπάθειες. Ενδεικτικά, στα πλαίσια των ΑΩ του προγράμματος των Mirage 2000-5 είχε ζητηθεί από την γαλλική πλευρά να παραχωρηθεί δωρεάν ένας κινητός σταθμός τηλεμετρίας, κάτι που όμως δεν κατέστη δυνατό εν τέλει. Την ίδια περίπου περίοδο η ΠΑ προγραμμάτιζε και την αγορά ενός ανθρωποφυγόκεντρου, κάτι που επίσης δεν υλοποιήθηκε λόγω έλλειψης κονδυλίων. Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως το ΚΕΑΤ κατάφερε να ανανεώσει και να εμπλουτίσει σε σημαντικό βαθμό τον δευτερεύοντα εξοπλισμό του (συστήματα επικοινωνιών, πληροφορικής κλπ.) και μάλιστα δωρεάν, καθώς μετά την κατάργηση του ΝΑΤΟικού χερσαίου στρατηγείου στον Τύρναβο όλα τα αντίστοιχα μέσα που υπήρχαν εκεί παραχωρήθηκαν στο Κέντρο.

Συστήματα καταγραφής και απενημέρωσης στην ΠΑ

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η βασικότερη έλλειψη που αντιμετωπίζει η ΠΑ είναι αυτή των αερομεταφερόμενων συστημάτων καταγραφής και απενημέρωσης (ACMI) και του αντίστοιχου επίγειου εξοπλισμού. Καίτοι ήδη από την δεκαετία του ’90 ελληνική εταιρεία προσέφερε ένα σύστημα που θα μπορούσε να καλύψει σε μεγάλο βαθμό την σχετική ανάγκη. Επρόκειτο για το ατρακτίδιο ASIP (Airborne Supersonic Instrumentation Pod) που μπορούσε να τοποθετηθεί σε μια μεγάλη γκάμα αεροσκαφών και είχε τη δυνατότητα καταγραφής και μετάδοσης στοιχείων και πτητικών δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, αλλά και άλλες δυνατότητες (π.χ. μέτρηση περιβαλλοντικών δεδομένων) που θα φαινόταν χρήσιμες σε μια σειρά αποστολών.

To 2002 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την απόκτηση 56 ατρακτιδίων ACMI (με option για άλλα 20), 15 επίγειων σταθμών αναφοράς αποστολής και ενός επίγειου σταθμού αναφοράς πραγματικού χρόνου (με option για δεύτερο). Για το πρόγραμμα είχε προβλεφθεί κονδύλιο 6 δισ. δρχ. τότε, ενώ ενδιαφέρον είχαν εκδηλώσει τουλάχιστον τρεις ξένες εταιρείες. Τα συστήματα αυτά προορίζονταν για μαχητικά αεροσκάφη F-16C/D και Mirage 2000, αλλά τελικά ο διαγωνισμός κηρύχθηκε άγονος αφού προηγουμένως είχε επαναληφθεί τουλάχιστον τρεις φορές. Λίγο αργότερα, στο πενταετές εξοπλιστικό πρόγραμμα 2006-2011 αναφερόταν κονδύλιο ύψους 25 εκατ. ευρώ για την απόκτηση ανάλογου εξοπλισμού, χωρίς όμως να γίνει κάτι και πάλι.

Εν τω μεταξύ στα 30 F-16C/D Block-52M του προγράμματος «Peace Xenia IV» υπήρχε ενσωματωμένος ψηφιακός καταγραφέας βίντεο (DVR: Digital Video Recorder, και συγκεκριμένα τύπου ΜDR-80 TEAC) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για διαδικασίες απενημέρωσης υποκαθιστώντας ως έναν βαθμό τα συστήματα ACMI. Δυστυχώς όμως η χρήση του εν λόγω συστήματος δεν επεκτάθηκε εκ των υστέρων και στα F-16C/D Block-52+ (θα μπορούσαν να αποκτηθούν επιπλέον συσκευές DVR που θα τοποθετούνταν στην θέση των AVTR’s των τελευταίων, μια σχετικά απλή διαδικασία) ώστε με μικρό κόστος να καλυφθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες απενημέρωσης των χειριστών και αυτών των μαχητικών.


Επίσης, στα πλαίσια των ΑΩ από το πρόγραμμα της αναβάθμισης των F-4E AUP, η 117 ΠΜ εφοδιάστηκε με τρεις συσκευές απενημέρωσης κορυφαίας τεχνολογίας οι οποίες δέχονται τα δεδομένα αισθητήρων που καταγράφονται στις κασέτες DTC των αεροσκαφών, έχοντας τη δυνατότητα συγχρονισμένης ψηφιακής αναπαραγωγής τους. Η κάθε συσκευή μπορεί να αξιοποιήσει κατ΄αυτόν τον τρόπο δεδομένα έως και από 16 διαφορετικά αεροσκάφη F-4E AUP αλλά διατηρεί το σημαντικό μειονέκτημα ότι η όλη διαδικασία γίνεται μετά την προσγείωση αυτών (δεν υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα αποστολής στοιχείων σε πραγματικό χρόνο).

Μια σύντομη σύγκριση με την γείτονα

Από την προηγηθείσα πολύ σύντομη ιστορική αναδρομή διαπιστώνουμε ότι η ΠΑ πρωτοπόρησε με την ίδρυση του ΣΟΤ και του ΚΕΑΤ τα οποία προσέφεραν στου ιπταμένους της ένα σαφές ποιοτικό προβάδισμα έναντι των Τούρκων αντιπάλων τους στον ακήρυχτο πόλεμο πάνω από το Αιγαίο. Αξιοσημείωτη ήταν και η ύπαρξη του ΣΑΑ, το οποίο δεν εκτελούσε απλώς αποστολές εχθρικής απεικόνισης, αλλά εξομοιωνόταν και ένας συγκεκριμένος τύπος αεροσκάφους του αντιπάλου έχοντας εντρυφήσει μάλιστα και στις τακτικές του. Η Τουρκία χρειάστηκε σχεδόν 2,5 δεκαετίες για να διαπιστώσει την αξία τέτοιων δομών!

Όταν όμως το κατάφερε, ξεκίνησε μια γιγάντια προσπάθεια και μη φειδώμενη χρημάτων δημιούργησε μια εξαιρετικά εκτεταμένη υποδομή επιχειρησιακής εκπαίδευσης στο Ικόνιο (βλ. Μέρος Α΄), εκμεταλλευόμενη και την εγχώρια αμυντική βιομηχανία της. Έδωσε επίσης μεγάλη βαρύτητα στην απόκτηση συστημάτων που διέθετε ο αντίπαλος (δηλ. η ελληνική αεράμυνα) για ακόμη μεγαλύτερη ρεαλιστικότητα στην παρεχόμενη εκπαίδευση εκεί. Σημαντικότατο πλεονέκτημα σε σχέση με τα καθ’ ημάς είναι, όπως τονίσαμε ήδη, η ύπαρξη ολοκληρωμένης υποδομής ACMI (η οποία τελευταία ενισχύεται και με πρόσθετα μέσα εγχώριας ανάπτυξης και παραγωγής) την οποία, σε μεγάλο βαθμό στερείται η ΠΑ, αν και αποτελεί εξοπλισμό εκ των ουκ άνευ για μια αεροπορική δύναμη που θέλει να λέγεται σύγχρονη.

Όλα αυτά επέτρεψαν στην Τουρκική Αεροπορία να καθιερώσει σε μόνιμη βάση και μεγάλης κλίμακας αεροπορικές ασκήσεις διεθνούς χαρακτήρα (δηλ. τα αντίστοιχα σκέλη της «Anatolian Eagle» μία φορά ανά έτος) που εκτός των προφανών επιχειρησιακών ωφελημάτων, προσφέρουν και σημαντικότατα οφέλη σε πολιτικό/διπλωματικό επίπεδο, αλλά και κύρος γενικότερα. Και πάλι αυτό είναι κάτι που λείπει από την ελληνική περίπτωση, τουλάχιστον ως σταθερός και καθιερωμένος παράγοντας.

Βλέπουμε λοιπόν την τουρκική πλευρά να επενδύει στην ανάπτυξη, αξιοποίηση και ανάδειξη εκπαιδευτικών υποδομών διεθνούς επιπέδου, που αναμφίβολα σύντομα θα της επιτρέψουν να υπερκαλύψει το χρονικό και ποιοτικό πλεονέκτημα που προσφέρει στην ΠΑ η πολυετής εμπειρία λειτουργίας του ΚΕΑΤ. Θα πρέπει λοιπόν να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα σε όλους τους τομείς, ώστε το πλεονέκτημα αυτό να διατηρηθεί. Είναι δεδομένο ότι τόσο το προσωπικό του ΚΕΑΤ όσο και η Ηγεσία της ΠΑ καταβάλουν φιλότιμες προσπάθειες για την καλύτερη δυνατή παρεχόμενη εκπαίδευση εκεί. Εξακολουθούν όμως να απουσιάζουν κρίσιμες υποδομές με αποτέλεσμα είτε να αναζητούνται υποκατάστατα εκ των έσω (π.χ. περίπτωση απουσίας συστημάτων ACMI), είτε να καταφεύγουμε σε τρίτους για προσωρινή κάλυψη των αναγκών (π.χ. ενοικίαση εκπαιδευτικών ατρακτιδίων ηλεκτρονικού πολέμου και αεροσκαφών-φορέων από το ΝΑΤΟ και από ιδωτικές εταιρείες). Και το σημαντικότερο, εξακολουθεί να απουσιάζει το όραμα και η πρόθεση για ανάδειξη του ΚΕΑΤ, και της χώρας μας κατ’ επέκταση, σε έναν διεθνή πάροχο αεροπορικής εκπαίδευσης επιχειρησιακού επιπέδου.

Προτάσεις και προοπτικές

Λόγω αυτών των ελλείψεων η ΠΑ είναι αναγκασμένη να επιδιώκει την μεγαλύτερη δυνατή αποστολή προσωπικού και μέσων σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν τα ανάλογα μέσα. Σε εποχές όμως όπου τα περιθώρια τέτοιων αποστολών είναι στενά για οικονομικού λόγους, η ΠΑ απλά στερείται αυτές τις υπηρεσίες. Συνεπώς όλες τις προσπάθειες να πρέπει να εστιαστούν στην περαιτέρω αναβάθμισή του Κέντρου καθώς σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας όπως αυτή που βιώνουμε, ο μόνος τρόπος αύξησης των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της ΠΑ είναι η ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης. Μεταξύ άλλων, λοιπόν, προτείνονται τα εξής:
-Δημιουργία πλήρους υποδομής ACMI και προσθήκη νέων εκπαιδευτικών βοηθημάτων (π.χ. ανθρωποφυγόκεντρου).
-Επέκταση και αναβάθμιση του Πεδίου Ηλεκτρονικών Εφαρμογών με στόχο ακόμη μεγαλύτερη ρεαλιστικότητα αλλά και ποικιλία στις παρεχόμενες εκπαιδευτικές (και όχι μόνο) υπηρεσίες του. -Ανάπτυξη στενότερης συνεργασίας με το Κέντρο Αεροπορικής Ιατρικής (ΚΑΙ), τον προσφάτως ιδρυθέντα Ενιαίος Φορέας Αμυντικής Έρευνας και Τεχνολογίας, αλλά και με Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, με στόχο την μετεξέλιξή του ΚΕΑΤ σε έναν φορέα που θα μελετά και αναπτύσσει τακτικές, τεχνικές και μέσα σε κάθε έκφανση του αεροπορικού αντικειμένου και της φυσιολογίας της πτήσης.
-Απόκτηση συστημάτων προσομοίωσης απειλών (επίγειων και εναέριων) αλλά και υποδομής δοκιμών και μετρήσεων/καταγραφών δεδομένων.
-Αναβάθμιση του υπάρχοντος εξοπλισμού διοικήσεως και ελέγχου (C2).


Με την ολοκλήρωση των παραπάνω προτεινόμενων ενεργειών θα μπορούσε κάλλιστα να επιδιωχθεί η ανάδειξη της ΑΒ Ανδραβίδας σε διεθνές κέντρο αεροπορικής επιχειρησιακής εκπαίδευσης αλλά και δοκιμών μέσων και υλικών. Αφενός οι γενικά καλές συνθήκες που επικρατούν στη περιοχή το μεγαλύτερο μέρος του έτους και αφετέρου η σχετικά αραιή πολιτική πτητική δραστηριότητα αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα για κάτι τέτοιο, ιδίως σε σχέση με αντίστοιχες εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις χωρών της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Η προσβασιμότητά της ΑΒ Ανδραβίδας τόσο για τις Ευρωπαϊκές χώρες, όσο και για άλλες χώρες της Μεσογείου, και η μορφολογία του εδάφους της Πελοποννήσου αποτελούν επίσης σημαντικά “ατού” για την προσέλκυση ξένων ενδιαφερόμενων αεροπορικών δυνάμεων, σε μία περίοδο μάλιστα που τα οικονομικά δεδομένα καθιστούν τις διεθνείς συνεργασίες μονόδρομο σε πολλούς τομείς. Οι διάφορες εκτεταμένες συνεκπαιδεύσεις που έχουν διεξαχθεί το τελευταίο καιρό με την Ισραηλινή και την Καταριανή Αεροπορία, η προαναφερθείσα «Spartan Hummer 2006», αλλά και η πρόσφατη ελληνοαμερικανική αεροπορική άσκηση στη Κρήτη αποτελούν το καλύτερο υπόβαθρο και αποδεικνύουν ότι η ΠΑ μπορεί να διοργανώσει και να υποστηρίξει αξιόλογες αεροπορικές δραστηριότητες διεθνούς επιπέδου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που στις πλέον πρόσφατες εξ αυτών των δραστηριοτήτων παρατηρείται σαφώς μια τάση αναβάθμισης του επιπέδου τους, τόσο με την εμβάθυνση σε πιο πολύπλοκα εκπαιδευτικά αντικείμενα, όσο και με την επέκταση της χρονική διάρκειας που αυτά λαμβάνουν χώρα, σε σχέση και με αντίστοιχες δραστηριότητες του παρελθόντος (πλέον μιλάμε για περίπλοκές ασκήσεις με πραγματικά πυρά που διαρκούν ολόκληρες εβδομάδες με πολυάριθμες συμμετέχουσες δυνάμεις και όχι για συνεκπαιδεύσεις λίγων 24ώρων μεταξύ ενός περιορισμένου αριθμού αεροσκαφών).

Έτσι λοιπόν θα πρέπει να επιδιωχθεί η συνεργασία τόσο με ΝΑΤΟικές χώρες, όσο και με άλλες φίλιες χώρες της ευρύτερης περιοχής (Ισραήλ, Αίγυπτος, Βαλκανικές χώρες). Για παράδειγμα, το Ισραήλ, μετά την «έξωσή» του από την άσκηση «Anatolian Eagle» για τους γνωστούς λόγους, αναζητούσε εναγωνίως μια σταθερά διεξαγόμενη αεροπορική άσκηση ευρείας κλίμακας που θα διεξάγεται στην περιοχή και θα διακρίνεται από υψηλό ποιοτικό επίπεδο, καθώς είναι δεδομένο η γεωγραφική θέση και έκταση του κράτους αυτού σε συνδυασμό με τις δεδομένες επιχειρησιακές απαιτήσεις της πολύπειρης αεροπορικής του δύναμης για εξάσκηση σε διάφορα περιβάλλοντα, δεν αφήνει πρακτικά πολλά περιθώρια εγχώριων λύσεων. Παρ’ όλα αυτά, η έλλειψη εναλλακτικής λύσης το οδήγησε τελικά στην διοργάνωση της πρόσφατης άσκησης «Blue Flag» (και με ελληνική συμμετοχή). Η χώρα μας δεν θα μπορούσε να διοργανώσει κάτι ανάλογο στα πρότυπα ίσως της «Frisian Flag» ή και της «Anatolian Eagle»; Πιστεύουμε πως ναι, εάν φυσικά αναπτύσσονταν το ανάλογο υπόβαθρο. Οι προαναφερθείσες ασκήσεις («Blue Flag», «Frisian Flag», «Anatolian Eagle») εξάλλου καθιερώθηκαν από χώρες της περιοχής που για πρακτικούς ή/και οικονομικούς λόγους δεν είχαν τη δυνατότητα συχνής συμμετοχής σε άλλες μεγάλες εκπαιδευτικές δραστηριότητες (με κορυφαίο παράδειγμα την αμερικανική «Red Flag» φυσικά) που διεξάγονται μακριά από την Ευρώπη. Επίσης καλύπτουν το κενό της καταργηθείσας -προ 25ετίας περίπου- ΝΑΤΟικής άσκησης «Best Hit» που αφορούσε ακριβώς τις χώρες του νοτιοαναταλικού τομέα της Συμμαχίας (η χώρα μας είχε αναστείλει την συμμετοχή της ήδη από το 1974 για ευνόητους λόγους).

Ακόμη, η ύπαρξη όλων εκείνων των υποδομών που αναφέραμε πιο πάνω, θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί για την πλήρη ανάληψη από τη χώρα μας της αναδιαμόρφωσης και εκπαίδευσης αεροπορικών δυνάμεων που βρίσκονται σε φάση πλήρους αναδιοργάνωσης (π.χ. Λιβυή, Ιράκ) ή που αναζητούν σοβαρούς εταίρους και ήδη έχουν αναπτύξει συνεργασία με τη χώρα μας (π.χ. Κατάρ, ΗΑΕ), με ότι αυτό συνεπάγεται σε ευρύτερο επίπεδο. Για το κομμάτι των δοκιμών, πέραν των αεροπορικών δυνάμεων ξένων χωρών, θα μπορούσε να επιδιωχθεί η προσέλκυση ξένων εταιρειών που κατά καιρούς αναζητούν οργανωμένους χώρους αλλά και πρόθυμους συνεργάτες για δοκιμές ανάπτυξης και πιστοποίησης των διαφόρων συστημάτων τους. Είναι προφανές ότι η μίσθωση αντίστοιχων υποδομών που θα αναπτυχθούν στο ΚΕΑΤ θα φέρει και προφανή οικονομικά οφέλη εκτός όλων των άλλων. Στο Κέντρο θα μπορούσαν λοιπόν, πέραν των εθνικών δραστηριοτήτων, να διοργανώνονται μόνιμα:

-Τουλάχιστον μία πολυεθνική/διασυμμαχική τακτική αεροπορική άσκηση, διάρκειας 3 εβδομάδων σε ετήσια βάση.
-Μία ΝΑΤΟική άσκηση ηλεκτρονικού πολέμου, διάρκειας 2-3 εβδομάδων, σε ετήσια βάση ή έστω ανά διετία.
-Διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και συναντήσεις αεροπορικού (και όχι μόνο) ενδιαφέροντος, σε συχνή βάση.


Για να πετύχει το παραπάνω εγχείρημα σίγουρα απαιτείται η αφιέρωση σημαντικών οικονομικών πόρων. Εάν μάλιστα επιδιωχθεί και ΝΑΤΟική συνεργασία, σημαντικό μέρος αυτών θα μπορούσαν να προέλθουν από κονδύλια της Συμμαχίας. Αναμφίβολα όμως πρόκειται για μια επένδυση που θα επιφέρει πολλαπλάσια οφέλη σε πολλούς τομείς. Για προσέλκυση ξένων ενδιαφερομένων απαιτείται μεθοδική προώθηση και προβολή του ολοκληρωμένου «πακέτου υποδομών και υπηρεσιών» (κάτι αντίστοιχο πράττει με σημαντική επιτυχία και το Πεδίο Βολή Κρήτης τα τελευταία χρόνια, η ύπαρξη του οποίου στη χώρα μας θα πρέπει να τονιστεί ως μία ακόμη σημαντική υποδομή προς υποστήριξη των παραπάνω) μέσω του ΝΑΤΟ αλλά και μιας σειράς εκδηλώσεων όπως διεθνείς αμυντικές/αεροπορικές εκθέσεις, airshows κλπ. Επίσης, η τοποθέτηση σε κρίσιμες θέσεις έμπειρων στελεχών που στο παρελθόν έχουν διαπρέψει στις διάφορες διεθνείς εκπαιδευτικές δραστηριότητες (π.χ. εκπαιδευτές ή εκπαιδευόμενοι που πρώτευσαν στο TLP), δηλαδή που «έχουν αφήσει όνομα» κατά το κοινώς λεγόμενο, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ακόμη πόλο έλξης για ξένες δυνάμεις που αναζητούν ποιοτική αεροπορική εκπαίδευση. Τέλος, αν κριθεί ότι για τα παραπάνω οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις του ΚΕΑΤ δεν επαρκούν (από άποψης χώρου) θα μπορούσε να δρομολογηθεί η συγχώνευση των 338 και 339 Μοιρών που εδρεύουν στην Ανδραβίδα, σε μία ενισχυμένη Μοίρα, με ταυτόχρονη παραχώρηση των περισσοτέρων εκ των χώρων της δεύτερης που καταργείται στο Κέντρο.





e amyna

Δημοσίευση σχολίου Blogger

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 
Top