0
Το κείμενο αυτό αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου αφιερώματος μας στα Ταχέα Περιπολικά Κατευθυνομένων Βλημάτων (ΤΠΚ) του Πολεμικού μας Ναυτικού (ΠΝ). Στο προηγούμενο άρθρο παρουσιάσαμε την πιο σύγχρονη κλάση στην κατηγορία, την κλάση Ρουσσέν και κάναμε μια συγκριτική μελέτη με την πιο σύγχρονη κλάση του Τουρκικού ναυτικού, την κλάση Kilic I και ΙΙ. Όπως και στο προηγούμενο άρθρο, έτσι και εδώ, θα πραγματοποιήσουμε για τα σκαφη μια αναλυτική περιγραφή των οπλικών και ηλεκτρονικών τους συστημάτων και των συνολικών τους δυνατοτήτων. Για να βοηθήσουμε επίσης στην εξοικίωση των αναγνωστών μας με τα σκάφη της κάθε κλάσης και των συστημάτων που αυτά φέρουν θα παραθέσουμε μια σειρά κατάλληλα τροποποιημένων εικόνων (στο τέλος του άρθρου σε υψηλή ανάλυση) όπως και στο προηγούμενο άρθρο, όπου θα είναι ευδιάκριτα τα συστήματα που περιγράφουμε.

Γράφει ο Δημήτρης Μητσόπουλος

Στο παρόν άρθρο θα αναλύσουμε τους τύπος της οικογένειας Combattante που υπηρετούν στο ΠΝ, και συγκεκριμένα τις ΙΙa (ή αλλίώς S-148), ΙΙΙa και ΙΙΙb. Από πλευράς Τουρκίας θα αναλύσουμε τις κλάσεις Dogan, Ruzgar και Yildiz. Θα αφήσουμε εκτός την κλάση Kartal λόγω ιδιαιτεροτήτων, διαφορετικής φιλοσοφίας και αποστολής του τύπου όπου θα αναλυθεί σε άλλο άρθρο αφιερωμένο στα περιπολικά σκάφη. Το ΠΝ, πρωτοπόρο πάντα, μετά την αγορά και την είσοδο σε υπηρεσία των ΤΠΚ τύπου Combattante II το 1972 (Ανθυποπλοίαρχος Άννινος Ρ-14, Υποπλοίαρχος Αρλιώτης Ρ-15, Υποπλοίαρχος Κονίδης Ρ16 και Υποπλοίαρχος Μπάτσης P-17, όλα αποσύρθηκαν την περίοδο 2002-2004), αποφάσισε να αγοράσει περισσότερα σκάφη της κατηγορίας και μεγαλύτερων δυνατοτήτων. Έτσι το Σεπτέμβριο του 1974, παρήγγειλε πάλι από τα ναυπηγεία της CMN του Cherbourg στη Γαλλία, τέσσερα σκάφη του τύπου Combattante IIIa, μια ομολογουμένως βαριά εξοπλισμένη σχεδίαση για την εποχή.

Τα σκάφη παραδόθηκαν την περίοδο 1977-1978. Τα ΤΠΚ ονομάστηκαν Αντιπλοίαρχος Λάσκος Ρ20, Πλωτάρχης Μπλέσσας Ρ21, Ανθυποπλοίαρχος Μυκόνιος Ρ22 και Ανθυποπλοίαρχος Τρουπάκης Ρ23. Τα σκάφη είναι πλήρους εκτοπίσματος 429 τόνων (σχεδόν διπλάσιο από την προηγούμενη κλάση), μήκους 56,6 μέτρων και η μέγιστη ταχύτητά τους προσεγγίζει τους 36 κόμβους με οικονομική ταχήτητα 25 κόμβους και εμβέλεια 2.500 ναυτικά μίλια.Τα σκάφη του τύπου ονομάζονται και τορπιλο-πυραυλάκατοι (όπως και η προηγούμενη κλάση) αφού διαθέτουν δύο τορπιλοσωλήνες των 21 ιντσών (533mm) για τορπίλες επιφανείας SST-4 της Atlas βάρους 1.400 κιλών, πολεμικής κεφαλής 250 κιλών, ταχύτητας 35 κόμβων και εμβέλειας 12 χιλιομέτρων ενεργής αναζήτησης. Ο τύπος φέρει δύο πυροβόλα πλήρως αυτοματοποιημένα τύπου OTO Melara Compatto των 3 ιντσών (76mm). Το συγκεκριμένο πυροβόλο μπορεί να προσβάλει στόχους επιφανείας και αέρος σε απόσταση 16 χιλιομέτρων εξαπολύοντας 85 βλήματα το λεπτό βάρους μεγαλύτερο των 12 κιλών. Τα σκάφη διαθέτουν επίσης δύο πυργίσκους Emerson Electric (Emerlec) με διπλά πυροβόλα Oerlikon KCB των 30mm. Τα πυροβόλα αυτά έχουν διπλό ρόλο, οι δε ταχυβολία είναι υψηλή και αγγίζει τα 600 βλήματα/λεπτό, η εμβέλεια για στόχους επιφανείας προσεγγίζει τα 10.000 μέτρα ενώ για εναέεριους στόχους τα 2.700 μέτρα. Τα πυροβόλα αυτά απαιτούν χειριστή για την λειτουργία τους που αξιοποιεί τις πληροφορίες από τους αισθητήρες του σκάφους παρέχωντας τη δυνατότητα απλουστευμένης σκόπευσης και πυροδότησης.Το σημαντικότερο όπλο όμως αυτών των σκαφών είναι ο γαλλικής κατασκευής πύραυλος MM38 Exocet που έχει εμβέλεια 42 χιλιομέτρων, φέρει πολεμική κεφαλή των 165 κιλών ενώ δε η ταχύτητα πλησιάζει την ταχύτητα του ήχου (0.93 Mach).


Τα σκάφη φέρουν δύο διπλούς εκτοξευτές αυτού του πραγματικά θανατηφόρου πυραύλου με ικανότητες sea-skimming, δηλαδή την ικανότητα του βλήματος να βυθίζεται σε ύψος οριακό από την επιφάνεια της θάλασσας (2 μέτρα) για να ελαχιστοποιήσει την αναγνώρισή του από τα αντίπαλα ραντάρ και υπέρυθρους αναζητητές και την επακόλουθη προσβολή του βλήματος από την αεράμυνα του στόχου. Ο πόλεμος των Falklands απέδειξε την ικανότητα του πυραύλου, στην κατοχή των Αργεντίνων, να ξεπερνά την αντίπαλη αεράμυνα και να βυθίζει το αντίπαλο σκάφος με ευκολία σπέρνοντας κυριολεκτικά τον τρόμο στους αντίπαλους Βρετανούς που έσπευασαν τότε να ζητήσουν τη βοήθεια των Γάλλων. Τα σκάφη της κλάσης υποβλήθηκαν σε εκτεταμένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού (πλην των οπλικών συστημάτων) και αντικατάσταση συστημάτων σκάφους και παραδόθηκαν ξανά στο ΠΝ την περίοδο 2008-2011 διαθέτοντας πλέον την αιχμή των ηλεκτρονικών συστημάτων παρόμοιων με αυτών της κλάσης Ρουσσέν.Το Μυκόνιος δυστυχώς καταστράφηκε από πυρκαγιά το 2010 και αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία.

Στα σκάφη αντικαταστάθηκε το ραντάρ έρευνας επιφανείας-αέρος Triton με το δισδιάστατο ραντάρ πολλαπλών χρήσεων μικρού-μεσαίου βεληνεκούς Variant με ενσωματωμένο ραντάρ μικρής-μέσης εμβέλειας έρευνας επιφανείας χαμηλής πιθανότητας υποκλοπής SCOUT Mk2. Το ραντάρ ναυτιλίας της Decca αντικαταστάθηκε με το νέο BridgeMaster E της Northrop Grumman, το δε ραντάρ ελέγχου βολής Castor της Thomson αντικαταστάθηκε με το LIROD Mk2 της Thales. Τοποθετήθηκε επίσης ηλεκτροοπτικό σύστημα πρόσκτησης και στόχευσης MIRADOR της Thales που αναβαθμίζει κατακόρυφα τις δυνατότητες των σκαφών.


Για παραπλάνηση εχθρικών βλημάτων εκτός ηλεκτρονικών αντίμετρων, το παλαιό σύστημα αερόφυλλων/θερμοβολίδων αντικαταστάθηκε από σύγχρονο σύστημα Αυτόματης Εξαπόλυσης Αναλωσίμων (ALEX) της Sippican με δύο μονάδες Mk137 των 6 φυσιγγίων 130mm (SRBOC) συνδεδεμένες με το σύστημα ηλεκτρονικής υποστήριξης. Στα σκάφη εγκαταστάθηκε επίσης Σύστημα Διαχείρισης Μάχης (CMS) TACTICOS με 4 κονσόλες χειριστή πολλαπλών λειτουργιών Mk3, σύστημα Μέτρων Ηλεκτρονικής Υποστήριξης (ESM) τύπου DR3000SLW, τερματικό ζεύξης δεδομένων Link 11 και τέλος ολοκληρωμένο σύστημα επικοινωνιών WISPR-Net της INTRACOM Defense Electronics.Παρατηρούμε ότι εκσυγχρονισμός είναι σχεδόν καθολικός αν εξαιρέσει κανείς την έλλειψη ενός συστήματος για εξειδικευμένη αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα εκτός των πυροβόλων όπως το Οπλικό Σύστημα Κατευθυνομένων Βλημάτων (GMWS) Mk31 RAM. Θα μπορούσε στο μέλλον να αφαιρεθούν τα πρυμνιαία πυροβόλα και να τοποθετηθούν στη θέση τους RAM ή αναβαθμισμένα Phalanx από αποσυρόμενες φρεγάτες (ή φρεγάτες που αντικαθιστούν το Phalanx τους με RAM).

Για να γίνουμε πιο σαφείς, αν αποσυρθούν στο μέλλον οι τρεις μη εκσυγχρονισμένες Standard, μένουν στο ΠΝ, τρία συστήματα Phalanx που θα μπορούσαν μαζί με τα πυροβόλα των φρεγατών να εξοπλίσουν τρεις αναβαθμισμένες Standard σε διαμόρφωση Λήμνος/Έλλη με δύο πυροβόλα και δύο Phalanx δίνοντας ένα σύνολο σκαφών με καλές αμυντικές δυνατότητες. Ή όπως προαναφέρθηκε να τοποθετηθούν στις εκσυγχρονισμένες ΤΠΚ και τα πυροβόλα να τοποθετηθούν σε άλλα σκάφη (όπως στο ΠΓΥ Προμηθέα, που έχει χώρο πάνω από το υπόστεγο του ελικοπτέρου όπως ήταν και η αρχική πρόταση). Επίσης τα βλήματα επιφανείας χρήζουν αντικατάστασης από νεώτερο τύπο. Και εκεί πάλι θα μπορούσαν να τοποθετηθούν εκτοξευτές Harpoon στο μέλλον από αποσύρόμενες φρεγάτες ή ΤΠΚ (βλέπε Μαριδάκης). Για όλα αυτά όμως θα μιλήσουμε στο αν ανάλογο άρθρο.


Το ΠΝ πολύ ικανοποιημένο από τα νέα της σκάφη παρήγγειλε έξι (6) σκάφη του τύπου Combattante IIIb, μιας κλάσης με ελάχιστες μικροδιαφορές σε σχέση με την προηγούμενη, με εξαίρεση τον εξοπλισμό αυτών με διαφορετικό τύπου πυραύλου όπως θα δούμε στη συνέχεια. Τα σκάφη κατασκευάστηκαν στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και παραδόθηκαν στο ΠΝ την περίοδο 1980-1981. Πρόκειται για τα σκάφη Σημαιοφόρος Καβαλούδης Ρ24, Αντιπλοίαρχος Κωστάκος Ρ25, Υποπλοίαρχος Ντεγιάννης Ρ26, Σημαιοφόρος Ξένος Ρ27, Σημαιοφόρος Σιμιτζόπουλος Ρ28 και Σημαιοφόρος Σταράκης Ρ29. Το Κωστάκος δυστυχώς βυθίστηκε έπειτα από σύγκρουση με το επιβατηγό Σάμινα παρασύροντας στο θάνατο τέσσερα από τα μέλη του πληρώματός του. Η νέα κλάση έχει ελάχιστα αυξημένο βάρος και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία λιγότερη ιπποδύναμη στους κινητήρες με αποτέλεσμα μια μικρή μείωση της ταχύτητας. Τα σκάφη έχουν τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό που αναφέρθηκε παραπάνω για τα Combattante IIIa πριν υποστούν εκσυγχρονισμό.

Το μοναδικό που έχει εγκατασταθεί στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό είναι το σύστημα Μέτρων Ηλεκτρονικής Υποστήριξης (ESM) τύπου DR300SLW που διαθέτουν όλα τα ΤΠΚ του ΠΝ προς αντικατάσταση του παλαιότερου που δεν απέδωσε τα προσδοκούμενα αποτελέσματα. Ο οπλισμός είναι ο ίδιος εκτός των βλημάτων επιφανείας-επιφανείας όπου έχουν τοποθετηθεί έξι εκτοξευτές πυραύλων Penguin Mk2 mod 3 της νορβηγικής Kongsberg. Τα συγκεκριμένα βλήματα έχουν εμβέλεια 27 χιλιομέτρων, φέρουν πολεμική κεφαλή των 120 κιλών και έχουν ταχύτητα 0.8 Mach. Είναι από τα πλέον κατάλληλα βλήματα επιφανείας για χώρες όπως η δική μας με πάρα πολλά νησιά και ιδιόμορφα παράκτια ύδατα. Το βλήμα έχει την ικανότητα να ακολουθήσει διαφορετικά «μονοπάτια» για να χτυπήσει το στόχο του και μάλιστα να ενεργοποιήσει τον υπέρυθρο αναζητητή λίγο πριν φτάσει στο κατάλληλο σημείο από τον στόχο αιφνιδιάζοντας έτσι το αντίπαλο πλοίο που θα χτυπηθεί καίρια χωρίς καμία προειδοποίηση και δυνατότητα για αντίμετρα. Το μειονέκτημα του πυραύλου είναι η μικρή εμβέλειά του. Δυστυχώς τα σκάφη της κλάσης αυτής δεν έχουν υποστεί εκσυγχρονισμό και είναι άγνωστο αν αυτός ποτέ πραγματοποιηθεί.


Ο παλαιότερος τύπος ΤΠΚ σε υπηρεσία με το Ναυτικό μας είναι η S-148 ή αλλιώς Combattante IIa. Τα σκάφη αυτά, κατασκευής της αρχής της δεκαετίας του ’70, είναι σχεδόν όμοια με τα Combattante II και αποκτήθηκαν μεταχειρισμένα από τη Γερμανία τις περιόδους 1994-1995 καθώς και τη χρονιά του 2000 τα τελευταία δύο από αυτά (ως αντιστάθμισμα για την αγορά των υποβρυχίων Type 214). Τα σκάφη ήταν/είναι τα Υποπλοίαρχος Βότσης Ρ72, Αντιπλοίαρχος Πεζόπουλος Ρ73, Πλωτάρχης Βλαχάβας Ρ74, Πλωτάρχης Μαριδάκης Ρ75, Πλωτάρχης Τουρνάς Ρ76 και Πλωτάρχης Σακίπης Ρ77. Από αυτά παραμένουν σε υπηρεσία τα Βότσης, Πεζόπουλος και Μαριδάκης με την αντικατάσταση τους να πραγματοποιείται με την παράδοση των υπόλοιπων τριών της κλάσης Ρουσσέν. Τα σκάφη έχουν ελαφρύ εκτόπισμα (πλήρες 265 τόνοι), μήκος 47 μέτρα, υψηλή ταχύτητα 36 κόμβων και οικονομική 15 κόμβων με εμβέλεια 1.600 ναυτικά μίλια.

Ο οπλισμός τους περιλαμβάνει το κλασικό πρωραίο πυροβόλο OTO Melara Compatto των 3 ιντσών (76mm) και πρυμνιαίο πυροβόλο διπλού ρόλου Bofors των 40mm/L70 που έχει ταχυβολία 240 βλημάτων το λεπτό και εμβέλεια που προσεγγίζει τα 9.000 μέτρα για στόχους αέρος. Το ΤΠΚ Μαριδάκης φέρει πυραύλους τύπου RGM-84C Harpoon της Boeing με πολεμική κεφαλή 221 κιλών, εμβέλεια 124 χιλιόμετρα και ταχύτητα που προσεγγίζει τα 860χλμ/ώρα τοποθετημένα σε δύο διπλούς εκτοξευτές MK141 από πλοία που έχουν αποσυρθεί. Τα Πεζόπουλος και Βότσης φέρουν δύο διπλούς εκοξευτές πυραύλων MM38 Exocet ενώ και τα τρία σκάφη έχουν ράγες για πόντιση ναρκών. Ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός τoυς είναι ίδιος με αυτών της Combattante IIIb (με εξαίρεση την απουσία του αισθητήρα IFF πάνω από το ραντάρ Triton). Η μοναδική αναβάθμιση στα σκάφη της κλάσης όπως μαρτυρά η εξωτερική εμφάνιση τουλάχιστον είναι μόνο στο ECM που διαθέτουν πλέον και αυτά DR300SLW και του οπίσθιου πρυροβόλου των 40mm που πλέον ο «πυργίσκος-βάση» είναι περίκλειστος.


Το Τουρκικό Ναυτικό διαθέτει ομοιογενή στόλο 10 παλαιότερων ΤΠΚ από τα 9 της Kilic, χωρισμένων σε 3 κλάσεις, τις κλάσεις Dogan, Ruzgar και Yildiz. Τα σκάφη έχουν όλα κατασκευαστεί στην Τουρκία πλην της Dogan. Να παρατηρήσουμε εδώ ότι το Πολεμικό μας Ναυτικό (και το ανάποδο..) ακολουθεί κατα πόδας τη γείτονα χώρα στη συγκεκριμένη κατηγορία, αφού τα 10 σκάφη των κλάσεων που αναφέρθηκαν είναι ίδια σε αριθμό με τα Combattante IIIa/IIIb χωρίς τις απώλειες. Τα Ρουσσέν στο κοντινό μέλλον θα προσεγγίζουν τον αριθμό των Kilic I/II.


Η κλάση Dogan είναι η παλαιότερη από τις τρεις κλάσεις με τα σκάφη να έχουν κατασκευαστεί την περίοδο 1976-1980. Τα σκάφη έχουν εκτόπισμα πλήρες 436 τόνους, μήκος 58 μέτρα και την πολύ υψηλή ταχύτητα των 38 κόμβων. Ακολουθεί η κλάση Ruzgar με σκάφη κατασκευής 1984-1988, μικρότερο μήκος 57 μέτρων και εκτοπίσματος 410 τόνων. Αυτό τους προσδίδει και την εκπληκτική ταχύτητα των 41 (!) κόμβων. Τέλος η κλάση Yildiz της περιόδου 1994-1995 που έχουν με ίδια ακριβώς κύρια χαρακτηριστικά με την κλάση Dogan. Το πλήρωμα όλων των ΤΠΚ αποτελείται από 45 άτομα. Ο οπλισμός είναι ο ίδιος και στις τρεις κλάσεις και αποτελείται από πρωραίο πυροβόλο των 3 ιντσών (76mm) τύπου OTO Melara Compact, πυραύλους τύπου RGM-84C Harpoon της Boeing με πολεμική κεφαλή 221 κιλών, εμβέλεια 124 χιλιόμετρα και ταχύτητα που προσεγγίζει τα 860χλμ/ώρα τοποθετημένα σε δύο τετραπλούς εκτοξευτές Mk140 (χωρίς ποτέ να έχουν υπάρξει φωτογραφίες με πλήρη φόρτο αλλά μέγιστο τεσσάρων βλημάτων) και πυργίσκο GDM-A με διπλά πυροβόλα Oerlikon KDC των 35mm, διπλού ρόλου. Το συγκεκριμένο σύστημα λειτουργεί ως αντιαεροπορικό και αντιπυραυλικό κυρίως, έχει υψηλή ταχυβολία αφού κάθε κάννη μπορεί να βάλει 550 βλήματα το λεπτό με το βεληνεκές για στόχους αέρος να προσεγγίζει τα 5.000 μέτρα ενώ για στόχους επιφανείας ξεπερνά τα 8.000 μέτρα. Τέτοιο τύπο πυροβόλων έφεραν και οι πρώτες ΤΠΚ του ΠΝ, οι Combattante II.

Στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό τα ΤΠΚ της κλάσης Dogan και Ruzgar διαθέτουν ακριβώς τον ίδιο εξοπλισμό που αποτελείται από ραντάρ έρευνας επιφανείας-αέρος WM 28/41, ραντάρ ναυτιλίας τύπου 1226 της Decca, ηλεκτροοπτικό σύστημα πρόσκτησης και στόχευσης LIOD Mk2 της Thales και σύστημα Ηλεκτρονικού Πολέμου SUSIE-1. Τα σκάφη της κλάσης Dogan έχουν αναβαθμιστεί με την εγκατάσταση του Συστήματος Διαχείρισης Μάχης (CMS) TACTICOS. Τέλος τα σκάφη διαθέτουν σύστηµα εκτόξευσης αντιµέτρων Mk 36 SRBOC. Τα σκάφη της Yildiz διαθέτουν πληρέστερο εξοπλισμό και συγκεκριμένα ραντάρ έρευνας επιφανείας-αέρος AWS 6 Dolphin, σύστημα ελέγχου βολής Shikari TMX-CW, ηλεκτροοπτικό σύστημα πρόσκτησης και στόχευσης LIOD Mk2 της Thales, ραντάρ ναυτιλίας KH1007 της Kelvin Hughes, Σύστημα Διαχείρισης Μάχης (CMS) TACTICOS και σύστημα Ηλεκτρονικού Πολέμου Racal Cutlass 1C.


Μια σύγκριση των κλάσεων οδηγεί σε σημαντικά συμπεράσματα. Οι τουρκικές πυραυλάκατοι έχουν ελαφρύτερο οπλισμό από των ελληνικών και υστερούν σε πολλούς τομείς. Συγκεκριμένα τα τουρκικά σκάφη υστερούν σε ένα ακόμη κύριο πυροβόλο με ότι αυτό συνεπάγεται σε περίπτωση αχρηστίας του κύριου πυροβόλου για να προσβληθούν στόχοι επιφανείας αλλά και αερος. Τα Oerlikon των τουρκικών εξυπηρετούν διπλό σκοπό, ο συνδυασμός όμως του OTO Melara των 76mm και των 30mm των EMERLEC (που αποτελούν εξέλιξη των Oerlikon των 35mm) στα ελληνικά ΤΠΚ, ξεπερνά τον αριθμό βλημάτων που θα κατευθυνθούν στο στόχο τους. Τα 30ρια από την άλλη προστατεύουν και το σκάφος από ασσύμετρες απειλές. Έχουμε δηλαδή 4 συστήματα διπλού ρόλου για τα ελληνικά σκάφη με 2 μόνο τουρκικά. Στους αισθητήρες τα σκαφη της κλάσης Combattante IIIa ξεπερνούν οποιοδήποτε τουρκικό σκάφος στην κατηγορία πλην της Kilic. Αντιθέτως, τα τουρκικά σκάφη υπερτερούν κατά πολύ σε ταχύτητα των ελληνικών καταδεικύοντας το τουρκικό δόγμα που είναι τα γρήγορα χτυπήματα και αποφυγή της όποιας εμπλοκής με εχθρικό σκάφος και εναέρια μέσα.


Στο ρόλο αυτόν τα βοηθά σημαντικά και η μεγάλη εμβέλεια των Harpoon που φέρουν τα τουρκικά που μπορούν να προσβάλλουν στόχο από αποστάσεις μεγαλύτερης των 120 χιλιομέτρων, μιας απόστασης σχεδόν διπλάσιας των Combattante που φέρουν Exocet και τετραπλάσιας (!) αυτών που φέρουν Penguin. Φυσικά τα τουρκικά σκάφη από μόνα τους δεν μπορούν να κλειδώσουν στόχους σε τετοιες αποστάσεις και απαιτούν την καθοδήγηση από μεγάλες μονάδες με πιο ισχυρούς αισθητήρες ή από εναέρια μέσα του ναυτικού τους. Υπάρχουν λοιπόν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και για τα δύο ναυτικά που όμως τα όποια μειονεκτήματα να μπορούν να ξεπεραστούν από το ΠΝ με συγκεκριμένες αναβαθμίσεις ακόμη και χωρίς την εγκατάσταση κάποιου εξειδικευμένου CIWS αλλά κυρίως των ηλεκτρονικών (Comattante IIIb) και πυραυλικών συστημάτων με την αναβάθμιση των EMERLEC (κατά τον συγγραφέα) να αποτελεί την τελευταία προτεραιότητα.




Από το φιλικό μας Defence News

Δημοσίευση σχολίου Blogger

 
Top