0
Το κείμενο αυτό αποτελεί μέρος από μια σειρά από άρθρα που θα πραγματοποιήσουμε για τα σκαφη του Πολεμικού μας Ναυτικού (ΠΝ) με αναλυτική περιγραφή των οπλικών και ηλεκτρονικών τους συστημάτων και των συνολικών τους δυνατοτήτων. Επίσης, σε κάθε ανάλυση των διαφόρων κλάσεων θα επιχειρήσουμε και μια σύγκριση με τις αντίστοιχες κλάσεις σκαφών που επιχειρούν στη γείτονα χώρα, την Τουρκία, που θεωρητικά είναι ο δυνητικός μας αντίπαλος σε ένα ναυτικό αγώνα. Για να βοηθήσουμε στην εξοικίωση των ανανγωστών μας με τα σκάφη της κάθε κλάσης και των συστημάτων που αυτά φέρουν θα πραθέσουμε μια σειρά κατάλληλα τροποποιημένων εικόνων όπου θα είναι ευδιάκριτα τα συστήματα που περιγράφουμε. Στο παρόν άρθρο θα αναλύσουμε τη νεώτερη κλάση Ταχέων Περιπολικών Κατευθυνομένων Βλημάτων (ΤΠΚ) του ΠΝ μας, την κλάση Ρουσσέν και θα τη συγκρίνουμε με τη νεώτερη κλάση Kilic του Τουρκικού Ναυτικού (TDK).

Γράφει ο Δημήτρης Μητσόπουλος

Η συμφωνία αγοράς των πρώτων τριών σκαφών της κλάσης υπεγράφη τον Ιανουάριο του 2000, η δε κατασκευή πραγματοποιήθηκε στα Ναυπηγεία Ελευσίνας, ενώ ή τότε Vosper Thornycroft (νυν BAE Systems Maritime) παρείχε τον αναγκαίο σχεδιασμό, υλικοτεχνική υποστήριξη και τον εξοπλισμό για τα σκάφη . Τον Αύγουστο του 2003 και τον Σεπτέμβριο του 2008 ασκήθηκαν οι αντίστοιχες προαιρέσεις (option) για 2+2 σκάφη με το τέταρτο να παραδίδεται μόλις το 2013. Το σχέδιο βασίζεται στην μικρότερη κλάση σκαφών τύπου Vita που υπηρετούν στο πολεμικό ναυτικό του Κατάρ για αυτό και η συγκεκριμένη σχεδίαση ομομάζεται επίσης Super Vita.

Η γάστρα είναι κατασκευασμένη από ατσάλι ενώ η υπερδομή είναι κατασκευασμένη από αλουμίνιο. Το πρώτο σκάφος της κλάσης εισήλθε σε υπηρεσία το Νοέμβριο του 2002 ενώ ακόμη υπολείπονται να παραθοδούν άλλα τρία σκάφη με το τελευταίο να έχει ανακοινωθεί ότι θα ονομαστεί Καραθανάσης και να εκτιμάται ότι θα παραδοθεί τον Φεβρουάριο του 2016. Τα σκάφη αυτά ονομάστηκαν προς τιμήν του ανθυποπλοίαρχου Νικόλαου Ρουσσέν, αξιωματικού των υποβρυχίων, που διακρίθηκε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολεμώντας γενναία αλλά βρίσκοντας το θάνατο τον Απρίλιο του 1944 όταν στην προσπάθειά του με ναυτικό απόσπασμα να ανακαταλάβει την κορβέττα Αποστόλης όπου είχε εκδηλωθέι ανταρσία, τραυματίστηκε θανάσιμα.


Το πρώτο σκάφος φέρει το όνομα του όπου και η ομώνυμη κλάση. Τα σκάφη της κλάσης αυτής διαθέτουν εντυπωσιακή ισχύ πυρός και ενεργή άμυνα για το μέγεθός τους και είναι ότι νεότερο έχει κατασκευαστεί για το ΠΝ σε σκάφη επιφανείας ενσωματώνοντας πολλούς τεχνολογικούς νεωτερισμούς που τους παρέχουν αυξημένες δυνατότητες σε σχέση με τις παλαιότερες κλάσεις. Τα Ρουσσέν είναι τα μεγαλύτερα ΤΠΚ του ΠΝ έχοντας μήκος περίπου 62 μέτρα και μέγιστο εκτόπισμα 668 τόνους. Η δε μέγιστη ταχύτητα τους ξεπερνά τους 34 κόμβους ενώ έχουν μέγιστη εμβέλεια 2.250 ναυτικά μίλια με ταχύτητα 18 κόμβους. Το πλήρωμά τους αποτελείται από 45 άτομα. Η σχεδίασή τους έχει χαρακτηριστικά απόκρυψης ίχνους (stealth) και συγκεκριμένα μείωση του ακουστικού και υπέρυθρου ίχνους και περιορισμού της διατομής του ραντάρ. Τα Ρουσσέν διαθέτουν από ένα κύριο πυροβόλο των 76mm/62cal στην πλώρη τύπου OTO Melara Super Rapido, πλήρως αυτοματοποιημένο. Το συγκεκριμένο πυροβόλο μπορεί να προσβάλει στόχους επιφανείας και αέρος σε απόσταση 16 χιλιομέτρων εξαπολύοντας 120 βλήματα το λεπτό βάρους μεγαλύτερο των 12 κιλών. Χαρακτηριστικά, το κύριο πυροβόλο των άλλων ΤΠΚ, του ίδιου κατασκευαστή, το Compact, μπορεί να εξαπολύσει το μέγιστο 85 βλήματα/λεπτό. Το Compact φέρουν και οι φρεγάτες τύπου Kortanear/Standard του ναυτικού μας . Τα Ρουσσέν διαθέτουν επίσης δύο πυργίσκους OTO Melara Single 30 με σταθεροποιημένα μονόκαννα πυροβόλα Mauser F Mk30 των 30mm που κατασκευάζονται από την ΕΒΟ.Τα πυροβόλα αυτά απαιτούν χειριστή για την λειτουργία τους που αξιοποιεί τις πληροφορίες από τους αισθητήρες του σκάφους παρέχωντας τη δυνατότητα απλουστευμένης σκόπευσης και πυροδότησης. Είναι διπλής τροφοδοσίας και έχουν πολλή υψηλή ταχυβολία αγγίζοντας τα 800 βλήματα το λεπτό ενώ μπορούν να εμπλέξουν στόχους επιφανείας και αέρος. Από ένα τέτοιο πυργίσκο διαθέτουν και τα μεγαλύτερα σκάφη της Ελληνικής Ακτοφυλακής τύπου Saar 4.


Ο σημαντικότερος όμως οπλισμός τους έγγυται στα οκτώ (8) κατευθυνόμενα βλήματα Aerospatiale MM-40 Exocet Block 2 και 3 της MBDA με εμβέλειες 72 χιλιόμετρα και μεγαλύτερης των 180 χιλιομέτρων (!) αντίστοιχα χάρη στον κινητήρα turbojet με παράλληλη μείωση του βάρουςτου βλήματος. Τα block 2 εξοπλίζουν μόνο τα τρία πρώτα σκάφη της κλάσης με το βλήματα του τρίτου να αντικαθίστανται από block 3 στο κοντινό μέλλον. Τα συγκεκριμένα κατευθυνόμενα βλήματα είναι το μακρύ χέρι του ΠΝ αφού ξεπερνούν σε εμβέλεια αλλά και σε κινηματικές επιδόσεις όλα τα υπόλοιπα βλήματα στην υπηρεσία του ΠΝ συμπεριλαμβανομένων των Harpoon των μεγάλων μονάδων που ξεπερνούν οριακά τα 120 χιλιόμετρα εμβέλειας. Η καθοδήγηση των βλημάτων είναι αδρανειακή έως ώτου ενεργοποιηθέι το ρανταρ του βλήματος (ενεργή καθοδήγηση) στο αντίστοιχο σημείο ενεργοποίησης για την ανίχνευση και κλείδωμα των στόχων όπου έπειτα το βλήμα βυθίζονται σε ύψος οριακό από την επιφάνεια της θάλασσας (2 μέτρα) για να ελαχιστοποιήσει την αναγνώρισή του από τα αντίπαλα ραντάρ και υπέρυθρους αναζητητές και την επακόλουθη προσβολή του βλήματος από την αεράμυνα του στόχου, η δε ταχύτητα είναι υψηλή προσεγγίζοντας τα 0.9 Mach.


Τα βλήματα του block 3 φέρουν πολεμική κεφαλή των 164 κιλών και μπορούν να δεχτούν και εντολές από GPS για γεωγραφικές συντεταγμένες με συνέπεια να έχει τη δυνατότητα ο πύραυλος να χτυπήσει σκάφη επιφανείας υπό διαφορετικές γωνίες αλλά και να προσβάλει με ακρίβεια στόχους εδάφους στην εχθρική ενδοχώρα. Πρόκειται λοιπόν για ένα πύραυλο που κάνει τη διαφορά στον Αιγαίο. Για εξειδικευμένη αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα εκτός των πυροβόλων τα σκάφη διαθέτουν τον περιστρεφόμενο φορέα εκτόξευσης Mk49 με 21 βλήματα έτοιμα προς εκτόξευση τύπου RIM-116 Block 1A που μαζί αποτελούν το Οπλικό Σύστημα Κατευθυνομένων Βλημάτων (GMWS) Mk31 RAM. Το σύστημα RAM είναι απο τα κορυφαία, αν όχι το κορυφαίο στην κατηγορία του οπλικό σύστημα προς΄φεροντας πλήρη περιμετρική προστασία στο σκάφος φορέα.


Τα βλήματα είναι αυτοκατευθυνόμενα (με ερευνητή υπέρυθρης ακτινοβολίας) και μπορούν να εμπλέξουν ακόμη και στόχους που δεν εκπέμπουν ακτινοβολία ραντάρ. Έχουν εμβέλεια 9 χιλιομέτρων η δε ταχύτητα τους ξεπερνά τα 2 Mach. Τον οπλισμό συμπληρώνουν δύο ελαφριά πολυβόλα των 7,63mm τύπου MG3. Τα σκάφη της κλάσης Ρουσσέν είναι εξοπλισμένα με την αιχμή των ηλεκτρονικών συστημάτων. Υπάρχει γενικά μια σύγχυση στους διαφόρους ιστότοπους και την βιβλιογραφία. Στην παράγραφό αυτή αλλά και στην τροποποιημένη φωτογραφία που παρατίθεται θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μια πιο λεπτομερή εικόνα. Τα σκάφη διαθέτουν το 3D ραντάρ έρευνας επιφανείας-αέρος ΜW08 που πραγματοποιεί αυτόματη ανίχνευση και εντοπισμό στόχων (οι εξαιρετικές επιδόσεις του φαίνονται στο ότι ανιχνεύει στόχο ταχύτητας 4 Mach και επιφανείας 0.1 τετραγωνικού μέτρου σε απόσταση 17 χιλιομέτρων) αλλά και κατεύθυνση πυρών από πυροβόλα. Επίσης διαθέτουν το ραντάρ μικρής-μέσης εμβέλειας έρευνας επιφανείας Χαμηλής Πιθανότητας Υποκλοπής (LPI) SCOUT Mk2 της Thales εμβέλειας μεγαλύτερης των 44 χιλιομέτρων και το ραντάρ ναυτιλίας Bridgemaster E της Decca σε κοινή κεραία με το SCOUT. Επίσης για τον έλεγχο βολής διαθέτουν το ραντάρ Sting EO Mk2 και το ηλεκτροοπτικό σύστημα πρόσκτησης και στόχευσης MIRADOR και τα δύο της Thales. Όπως όλα τα σκάφη του ΠΝ έτσι και τα Ρουσσέν διαθέτουν σύστημα Μέτρων Ηλεκτρονικής Υποστήριξης (ESM) τύπου DR300SLW. Τα σκάφη επίσης διαθέτουν ζεύξη δεδομένων Link 11, ολοκληρωμένων σε Σύστημα Διαχείρισης Μάχης τύπου TACTICOS με 3 Κονσόλες Χειριστή Πολλαπλών λειτουργιών Mk3 και σύστημα δορυφορικών επικοινωνιών της Sailor. Για παραπλάνηση εχθρικών βλημάτων εκτός ηλεκτρονικών αντίμετρων που προαναφέρθηκε, η κλάση είναι εφοδιασμένη με εξοπλισμό Αυτόματης Εξαπόλυσης Αναλωσίμων (ALEX) της Sippican και δύο μονάδες Mk137 των 6 φυσιγγίων 130mm (SRBOC) συνδεδεμένες με το σύστημα ηλεκτρονικής υποστήριξης.


Τα αντίστοιχα σκάφη των γειτόνων είναι της κλάσης Kilic. Τα σκάφη είναι εννιά (9) στον αριθμό χωρισμένα σε δύο παρτίδες (batch) την Kilic I (3 σκάφη που παραδόθηκαν μεταξύ 1998-2000) και την Kilic II ή αλλιώς όπως αποκαλείται κλάση Tufan (6 σκάφη που παραδόθηκαν μεταξύ 2005-2010) με την δεύτερη παρτίδα να ενσωματώνει μερικές βελτιώσεις. Τα πρώτα δύο σκάφη κατασκευάστηκαν στη Γερμανία ενώ τα υπόλοιπα στα ναυπηγεία του Gölcük στην Τουρκία. Τα σκάφη αυτά μήκους 62 μέτρων και μέγιστου εκτοπίσματος 552 τόνους αναπτύσσουν ταχύτητα κοντά στους 40 κόμβους ενώ έχουν μέγιστη εμβέλεια τα 3.300 ναυτικά µίλια µε ταχύτητα 16 κόµβων. Τα Kilic όπως και τα Ρουσσέν διαθέτουν από ένα κύριο πυροβόλο των 76mm/62 cal στην πλώρη τύπου OTO Melara Compact, υποδυέστερο σε ταχυβολία του Super Rapido με αυτά της Kilic II να διαθέτουν και χαρακτηριστικά απόκρυψης. Δεν υπάρχει πουθενά αναφορά ότι τα σκαφη Kilic έχουν το Super Rapido αν και οξύμωρο αφού εισήλθαν σε υπηρεσία σχετικά τα τελευταία χρόνια. Τα σκάφη φέρουν πυραύλους τύπου RGM-84C Harpoon της Boeing με πολεμική κεφαλή 221 κιλών, εμβέλεια 124 χιλιόμετρα και ταχύτητα που προσεγγίζει τα 860χλμ/ώρα τοποθετημένα σε δύο τετραπλούς εκτοξευτές MK141. Αναφέρεται ότι τα σκάφη μπορούν να μεταφέρουν 8 τέτοιους πυραύλους όμως δεν έχουν υπάρξει ποτέ φωτογραφίες αυτών σε υπηρεσία με αυτή τη διαμόρφωση αλλά με μέγιστο φόρτο 4 τέτοιων πυραύλων. Δεν αποκλείεται βέβαια ο ισχυρισμός αυτός να ισχύει, υπάρχει όμως και η πιθανότητα είτε η Τουρκία να διαθέτει λιγότερο αριθμό βλημάτων άρα δεν έγινε η τοποθέτηση όπως είχε προβλεφθεί αρχικά, είτε ο αυξημένος φόρτος μειώνει τις επιδόσεις του σκάφους. Αντιπυραυλικό/αντιαεροπορικό σύστημα εκτός του κυρίου πυροβόλου τα σκάφη διαθέτουν τον πυργίσκο της OΤΟ Melara με δύο πυροβόλα των 40mm/70cal. Είναι αδιευκρίνιστο ωστόσο αν πρόκειται για το λεγόμενο Fast Forty με ταχυβολία 900βλήματα το λεπτό ή το απλό Compact με 600 βλ./λεπτό με εμβέλεια 12 χιλιομέτρων μέγιστο αλλά αποτελεσματική εμβέλεια αυτής των 4 χιλιομέτρων. Πιθανολογείται όμως σύμφωνα με πολλές αναφορές ότι τα σκάφη διαθέτουν το πρώτο και ικανότερο σύστημα. Τον οπλισμό συμπληρώνουν δύο βαριά πολυβόλα των 12.7mm τύπου M2 όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία που παρατίθεται.


Ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός είναι παρόμοιος και εφάμιλλος με αυτών της κλάσης Ρουσσέν και στηρίζεται στο 3D ραντάρ έρευνας επιφανείας-αέρος ΜW08 που πραγματοποιεί αυτόματη ανίχνευση και εντοπισμό στόχων και κατεύθυνση πυρών πυροβόλων, το ραντάρ μικρής-μέσης εμβέλειας έρευνας SCOUT της Thales και το ραντάρ ναυτιλίας KH1007 της Kevin Hughes μαζί και τα δύο σε κοινή κεραία. Επίσης για τον έλεγχο βολής διαθέτουν το ραντάρ Sting EO Mk2 της Thales. Το ηλεκτροοπτικό σύστημα πρόσκτησης και στόχευσης δεν αναφέρεται στη βιβλιογραφία αλλά μπορούμε να συμπεράνουμε από τις φωτογραφίες ότι πρόκειται για το LIOD Mk2 της Thales στα Kilic I και το LIROD επίσης της Thales στα Kilic II που φέρει επιπλέον ραντάρ για τον έλεγχο πυρών. To LIROD φέρουν οι αναβαθμισμένες Combattante IIIa (κλάση Λάσκος) και οι κανονιοφόροι της κλάσης Μαχητής σε συνδυασμό όμως και με το ανώτερο MIRADOR. Τα σκάφη της υποομάδας Kilic II φέρουν το Σύστημα Διαχείρισης Μάχης τύπου TACTICOS. Τέλος τα σκάφη διαθέτουν σύστημα Ηλεκτρονικού Πολέμου Racal Cutlass 1C και σύστηµα εκτόξευσης αντιµέτρων Mk 36 SRBOC με δύο εξαπλούς εκτοξευτές Mk 137. Μια σύκριση των δύο κλάσεων οδηγεί στα εξίσου σημαντικά συμπεράσματα. Τα κατευθυνόμενα βλήματα των σκαφών της κλάσης Ρουσσέν υπερτερούν σε εμβέλεια κατά 60 χιλιόμετρα περίπου (!) οπότε μπορούν θεωρητικά με την κατάλληλη καθοδήγηση από άλλα ραντάρ να χτυπήσουν τους αντιπάλους τους πριν αυτά μπορέσουν να φτάσουν σε εμβέλεια τέτοια για να ανταποδώσουν το χτύπημα. Ειδικά η αντιβληματική ικανότητα των Ρουσσέν είναι κατά πολύ ικανότερη του συστήματος Fast Forty αφού το σύστημα RAM μπορεί να προσβάλλει εναέριο στόχο πολύ αποτελεσματικά (ποσοστό επιτυχίας μεγαλύτερη του 95% όπως έχει αποδειχτεί από δοκιμές) ενώ η αποτελεσματική εμβέλεια του Fast Forty προσεγγίζει τα 4 χιλιόμετρα. Να προστεθεί ότι τα Ρουσσέν φέρουν και τα 30ρια που μπορεί να μην είναι μεν τελείως αυτοματοποιημένα και εξαρτώνται από τον ανθρώπινο παράγοντα όμως προσεγγίζουν την ταχυβολία του τουρκικού συστήματος. Μια σημαντική αναβάθμιση με τους κατάλληλους αισθητήρες και την τοποθέτησή τους πάνω στους πυργίσκους όπως απεικονίζεται στη φωτογραφία που παρατίθεται, το οπλικό συστημα μπορεί να γίνει ακόμη πιο αποτελεσματικό και συνολικά ο αντιπυραυλικός οπλισμός δύναται να καταστεί ακόμη πιο αποτελεσματικός και από μεγαλύτερες μονάδες. Χαρακτηριστικά μια φρεγάτα τύπου Standard, με εξαίρεση την κλάση Έλλη (Έλλη και Λήμνος φέρουν από δύο Phalanx και δύο πυροβόλα των 3in), φέρει μόνο ένα αντιπυραυλικό σύστημα Phalanx ενώ τα βλήματα Sea Sparrow έχουν περιορισμένες δυνατότητες στον αντιπυραυλικό αγώνα. Επίσης λόγω της σχεδίασης τους τα Ρουσσέν φαίνεται να παρέχουν καλύτερες ενδιατήσεις για το προσωπικό αλλά της κλάσης Kilic είναι ταχύτερα, με σημαντικά μεγαλύτερη εμβέλεια και φαίνεται να είναι πιο ευέλικτα λόγω μικρότερου εκτοπίσματος. Σε ότι αφορά την απόκρυψη ίχνους και τα δύο σκάφη έιναι σχεδιασμένα έτσι που μειώνουν το ίχνος διατομής στο ραντάρ χωρίς όμως να θεωρούνται αυτούσια stealth. Τα τουρκικά λόγω ενιαίας σιλουέτας φαίνεται να υπερτερούν στον τομέα αυτό (ιδιαίτερα της ΙΙ) χωρίς όμως κάποιος να μπορεί να μιλήσει με ακρίβεια αλλά απλά να υποθέσει.








defence news

Δημοσίευση σχολίου Blogger

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 
Top