0

Της Δρ. Δέσποινα Καταπότη

«Οι λέξεις δεν αφήνουν τον νεκρό μεμιάς,
μόνον αφού πεισθούν πως δεν υπάρχει ελπίδα
αραιώνουν σταδιακά με απροσποίητη θλίψη…»
(Χρήστος Μπουλώτης, ΧΧΧVIII, Φυσική Ιστορία του Θανάτου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 48).

Τις τελευταίες εβδομάδες, γύρω από το μνημειώδη τάφο της Αμφίπολης Σερρών, έχει στηθεί ένα τεράστιο πανηγύρι δηλώσεων. Οι δηλώσεις πέφτουν σα βροχή, ασταμάτητα, ανελέητα, επάνω στα κεφάλια μας, όπως ακριβώς η προχθεσινή νεροποντή στο λόφο Καστά, η οποία οδήγησε προσωρινά στη διακοπή των εργασιών στην περιοχή του τάφου. Η μπόρα πέρασε, οι δηλώσεις, ωστόσο, δεν έχουν σταματήσει... Όχι ακόμα.

Ανάμεσα σε σχόλια και τοποθετήσεις για την κρίση, το μνημόνια, την ανεργία, τους μετανάστες, τον ΕΝΦΙΑ, το μπάσκετ, τη Χρυσή Αυγή, τους γάμους και τα διαζύγια των celebrities, τις ενδυματολογικές τάσεις του φετινού χειμώνα, τις δίαιτες-αστραπή, τις συνταγές και τα ζώδια του μήνα, φιγουράρει πλέον και η συζήτηση για τον Τύμβο Καστά. Σε διάφορα δημοσιεύματα διαβάζουμε πώς η Προϊσταμένη της ΚΗ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων οδηγήθηκε στο μεγάλο εύρημα, με όπλο -βεβαίως- την πίστη, τη μεθοδικότητα και την επιμονή της, παράλληλα όμως με την αμέριστη υποστήριξη των δύο συνεργατών της, του φύλακα των ανασκαφών και ενός «μετρ» του εκσκαφέα (μεταφέρω αυτολεξεί την περιγραφή από παλαιότερο δημοσίευμα). Λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Πρώτη Σερρών (οποία διαβολική σύμπτωσις!), το Υπουργείο Πολιτισμού και η κυβέρνηση ανακαλύπτουν λοιπόν, το νέο πυλώνα του εθνικού φαντασιακού, τη δύναμη και την ψυχή του Ελληνισμού (με ή χωρίς τον Μεγαλέξανδρο). Πολλοί επιστήμονες μιλούν –δικαίως– για ένα μνημείο μοναδικής αισθητικής και ιστορικής αξίας ενώ άλλοι προειδοποιούν –ορθώς και πάλι– για τα πολλαπλά υποστρώματα συμβολισμού της προβαλλόμενης ερμηνείας, σε μία περιοχή νευραλγικής γεωπολιτικής και ιστορικής σημασίας (όπως η Μακεδονία), σε μία περίοδο έξαρσης ακραίων πολιτικών και ιδεολογικών συμπεριφορών (όπως η σημερινή). Ο Νίκος Δήμου προβοκάρει το αναγνωστικό κοινό του ευχόμενος να είναι συλημένος ο τάφος, την ίδια στιγμή που πολλοί αρχαιολόγοι επιμένουν στη σημασία της ανασκαφικής διαδικασίας και του ίδιου του μνημείου, ανεξαρτήτως σύλησης, εγείροντας έτσι ερωτήματα που άπτονται του ευρύτερου εννοιολογικού ζητήματος της «αξίας» στην επιστήμη της αρχαιολογίας. Κι ενώ ο Μανώλης Γλέζος κάνει έκκληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση να υποστηρίξει οικονομικά το έργο στην Αμφίπολη, ο δήμαρχος της πόλης δηλώνει απόλυτα ικανοποιημένος με την ένταξη της περιοχής στην αρχαιολογική (και σύντομα την τουριστική) χάρτα της χώρας.

Όσο οι μνημειώδεις περίβολοι δίνουν τη θέση τους σε Σφίγγες, όσο οι Σφίγγες δίνουν τη θέση τους σε Καρυάτιδες, τόσο πιο έντονες θα γίνονται οι συζητήσεις γύρω από τον τύμβο Καστά. Και παρόλο που εμείς οι αρχαιολόγοι δυσανασχετούμε (και θα συνεχίσουμε να δυσανασχετούμε) με τον καθημερινό βομβαρδισμό πληροφοριών, παρόλο που πολλοί από εμάς έχουν τονίσει (και θα ξανατονίσουν στο μέλλον) ότι η αρχαιολογία είναι μία επιστήμη που χρειάζεται συγκέντρωση, ενδελέχεια, χρόνο, υπομονή, παύσεις, σιωπή, ένα tempo, με άλλα λόγια που απέχει παρασάγγας από τη λογική του Big Brother και του live streaming, παρ’ όλα αυτά, αναρωτιέμαι μήπως αυτό που συμβαίνει στην Αμφίπολη σήμερα, συνιστά κατ’ ουσίαν το τίμημα που θα πρέπει να πληρώνει η επιστήμη της αρχαιολογίας κάθε φορά που αποφασίζει να μετασχηματιστεί σε δημόσιο αντικείμενο. Οι συνάδελφοι μου σίγουρα θα επισημάνουν, στο σημείο αυτό, ότι η αρχαιολογία δεν καθίσταται δημόσια μέσα από τέτοιου είδους φαινόμενα αλλά αντίθετα, μέσα από επιστημονικές, καλλιτεχνικές και κοινωνικές δράσεις, οι οποίες οργανώνονται από την ίδια την αρχαιολογική κοινότητα, όταν η τελευταία αισθάνεται «έτοιμη» να παρουσιάσει αποτελέσματα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ωστόσο; Μέχρι εκείνη τη στιγμή η συμμετοχή των αρχαιολόγων στον επίσημο διάλογο περιορίζεται σε στερεότυπες, ουδέτερες εκφράσεις του τύπου «είναι ακόμα νωρίς για να βγάλουμε συμπεράσματα», «θα μιλήσει το ίδιο το μνημείο» κλπ. Προφανώς, η αντίδραση αυτή είναι σε ένα βαθμό αναμενόμενη. Η αισθητική και το περιεχόμενο των συζητήσεων για την Αμφίπολη συχνά απογοητεύει και άλλοτε εξοργίζει. Ωστόσο σε ένα δημόσια διάλογο για το παρελθόν, σε μία συμμετοχική διαδικασία (με τις όποιες ανισότητες της), το κιτς, το ιδεολογικά φορτισμένο, το χιουμοριστικό, το μη τεκμηριωμένο, το πομπώδες συνιστούν σχόλια που έχουν δικαίωμα ύπαρξης και διεκδικούν χώρο και ακροατήριο. Εάν, απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, οι αρχαιολόγοι επιμείνουν στο σενάριο της (αμυντικής;) σιγής και όχι στην ανάγκη κατασκευής ενός νέου είδους δημόσιου λόγου, έξω από τις προηγούμενες τους αναστολές, ποιό θα είναι άραγε το αποτέλεσμα;

Με εξαίρεση την παρουσία των αρχαιολόγων στα κοινωνικά δίκτυα (όπου οι διάλογοι που αναπτύσσονται με αφορμή το παρελθόν είναι ένα πολλά υποσχόμενο ερευνητικό πεδίο, για πολλούς και διάφορους λόγους), κατά τα άλλα, ο αρχαιολογικός λόγος σήμερα περνάει βαθύτατη κρίση. Και όπως πολύ εύστοχα είχε κάποτε επισημάνει ο αείμνηστος Γ. Χουρμουζιάδης: «Και αυτό ακριβώς είναι η Κρίση στην Αρχαιολογία: κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε μια και τα πράγματα παραμένουν μακριά από τα λόγια και τα λόγια μακριά από τα πράγματα. Η Αρχαιολογία όμως τα χρειάζεται και τα δύο. Κι όσο δεν τα βρίσκει, τόσο η κρίση της βαθαίνει, όλο και πιο πολύ. Τόσο ο αρχαιολογικός λόγος παγιδεύεται ανάμεσα σε σπασμένα αγάλματα και σιωπηλά ανασκάμματα...».



* Δρ Δέσποινα Καταπότη - Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας & Επικοινωνίας Πανεπιστήμιο Αιγαίου dcatapoti@aegean.gr



capital

Δημοσίευση σχολίου Blogger

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 
Top