0

"Το μόνο που θυμάμαι από τον πόλεμο ήταν οι τηγανίτες στο Τεπελένι" Η αφήγηση ενός ήρωα που δεν καμάρωσε ποτέ για νεκρούς και νίκες..

Τηγανίτες. Το πιο λαχταριστό φαγητό, το πιο εξωτικό έδεσμα, το πιο χορταστικό δείπνο. Αυτή την εντύπωση είχα για τις τηγανίτες έως την πρώτη φορά που τις δοκίμασα και όσα είχα πλάσει στο μυαλό μου απομυθοποιήθηκαν. Ίσως γιατί η προσδοκία που είχα καλλιεργήσει για τη νοστιμιά αυτού του φαγητού δεν ήταν μόνο γαστρονομική. Ήταν νοσταλγική, συναισθηματική και με ένα ιδιόμορφο τρόπο ιστορική, χωρίς εισαγωγικά.

Αιτία, οι ατέλειωτες αφηγήσεις του μπάρμπα – Μήτσου, που θυσίαζε τον πολύτιμο και αναγκαίο για εκείνον μεσημεριανό του ύπνο για να λέει ιστορίες από το αλβανικό μέτωπο. Περήφανος, αγέρωχος, συγκινημένος αλλά και κατάκοπος. Οι ιστορίες συχνά επαναλαμβάνονταν, αλλά με κάποιο τρόπο έμοιαζαν πάντα διαφορετικές. Και στο τέλος, κατέληγαν όλες σε εκείνο το σπίτι στους Αγίους Σαράντα ή στο Τεπελένι που μπήκαν εξαντλημένοι οι Έλληνες στρατιώτες με λαχτάρα να βρουν κάτι για να φάνε. Τα περισσότερα σπίτια είχαν εγκαταλειφθεί από τους ενοίκους που είχαν πάρει μαζί τους τα τρόφιμα. Κι όμως, αυτή τη φορά ήταν τυχεροί. Μέσα στο σπίτι υπήρχε λάδι και αλεύρι. Πήραν γρήγορα τα μαγειρικά σκεύη και έφτιαξαν τηγανίτες. Χόρτασαν με τις τηγανίτες και ήταν ευτυχισμένοι που κάθονταν σε ένα τραπέζι σπιτιού και έτρωγαν ένα κανονικό φαγητό, χωρίς να ξεπαγιάζουν. Αυτό ήταν το πιο σπουδαίο μετάλλιο που είχαν κερδίσει για την κατάληψη της πόλης.

Αυτή η λαχτάρα και η νοσταλγία που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο του μπάρμπα – Μήτσου ήταν ακατανόητη για το μυαλό ενός 10χρονου αγοριού, που περίμενε να ακούσει για ανδραγαθήματα και ηρωισμούς σαν εκείνους που μάθαινε στις σχολικές γιορτές και διάβαζε στα εικονογραφημένα βιβλία για τους Περσικούς Πολέμους και την Επανάσταση του 1821.

Αφού κερδίσαμε και το ΄40 και ο μπαρμπά – Μήτσος πολέμησε, γιατί προτιμούσε να μιλά για την πείνα, το κρύο, τις ψείρες που χόρευαν στις μπότες του και τις μάλλινες κάλτσες που είχαν παγώσει;

Γιατί όταν μιλούσε για την αιχμαλωσία ενός ολόκληρου ιταλικού τάγματος από έναν λόχο Ελλήνων, θυμόταν εκείνο τον 18χρονο Ιταλό που παρακαλούσε να τον αφήσουν ελεύθερο και πρόσφερε το ρολόι του στους Έλληνες.
Γιατί τον άφησαν να φύγει αν και ήταν εχθρός;
Γιατί ο μπαρμπά – Μήτσος δεν περιέγραψε ποτέ τη σκηνή που τραυματίστηκε από ένα θραύσμα χειροβομβίδας που είχε σκουριάσει στα πλευρά του και τον ανάγκαζε να βαστάει μαγκούρα;
Γιατί δεν ανάφερε ποτέ το κατόρθωμα που του χάρισε τον βαθμό του λοχία;
Γιατί είπε μόνο μια φορά την ιστορία που ξύπνησε ένα πρωί στο μέτωπο και κατάλαβε ότι είχε κοιμηθεί πάνω σε έναν πεθαμένο;
Γιατί μετά θύμωσε και είπε ότι νυστάζει;
Γιατί έλεγε ότι τους ρίξαμε στη θάλασσα, αλλά δεν ανέφερε ποτέ αν εκείνος είχε πυροβολήσει κάποιον στη μάχη;
Γιατί έλεγε κάθε φορά ότι ο πόλεμος είναι κακό πράγμα, αλλά οι τηγανίτες υπέροχες; Κανένα από αυτά τα «γιατί» δεν απαντήθηκε ποτέ.

Όλα αυτά τα ερωτήματα γεννήθηκαν αργότερα, όταν ο μπαρμπά – Μήτσος δεν μπορούσε πια να τα απαντήσει. Εκείνος που είχε πολεμήσει, μιλούσε κάθε μεσημέρι του καλοκαιριού για τον πόλεμο και τις κακουχίες, αλλά ποτέ δεν έλεγε για μάχες και σκοτωμούς. Εκθείαζε την αυτοθυσία των συμπολεμιστών του, αλλά ποτέ δεν κόμπασε για τον εαυτό του. Δεν έβριζε ποτέ τους αντιπάλους, αλλά γελούσε όταν θυμόταν τα τραγούδια της Βέμπο για τον Μουσολίνι και τους μακαρονάδες. Εκείνος που είχε πολεμήσει, δεν είχε ανάγκη να φανεί ήρωας και δεν μπόλιασε με μίσος την επόμενη γενιά. Μιλούσε μόνο για τον άνθρωπο και τις περιπέτειες του πολέμου που δεν είχαν την τύχη να αφηγηθούν όσοι δεν γύρισαν ποτέ από το μέτωπο.

Ίσως έτσι αντιλαμβανόταν το χρέος του απέναντι σε αυτούς και και στον εγγονό του.

Ήταν ο παππούς μου, ο Δημήτριος Γκόλιας...













mixanitouxronou

Δημοσίευση σχολίου Blogger

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 
Top