0

Οι αμερικανο-τουρκικές σχέσεις υπέστησαν ένα βαθύ μετασχηματισμό κατά τα πρώτα τέσσερα χρόνια της προεδρίας Ομπάμα. Επιπλέον, η αναζωογόνηση της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών έχει αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω έμφασης από τα μέσα του 2011, και κατευθύνεται από τη σύγκλιση των αμερικανικών και τουρκικών στρατηγικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή.

Η Τουρκία σήμερα προωθεί την επίτευξη του στόχου της περιφερειακής ηγεσίας, αυξάνοντας την επιρροή της σε όλη τη Μέση Ανατολή, με την προβολή ενός μοντέλου διακυβέρνησης που συνδυάζει με επιτυχία, για τον χώρο της Μέσης Ανατολής, τη δημοκρατία και το μετριοπαθές Ισλάμ, ως πρωταρχικό μέσο για τη διάδοση της επιρροής της μεσο- και μακροπρόθεσμα μέσω της ήπιας δύναμης. Εν τω μεταξύ, οι εξελίξεις στη Λιβύη και στην Συρία έχουν αποκαλύψει τους πραγματικούς περιορισμούς στην τουρκική εξωτερική πολιτική, τονίζοντας τη σημασία που έχει ένας ισχυρός σύμμαχος για να την υποστηρίζει στην προώθηση της περιφερειακής υπεροχής.

Οι ΗΠΑ, την ίδια στιγμή, έχουν φτάσει σε κρίσιμη καμπή, σε εκ νέου υπολογισμούς στρατηγικών δεσμεύσεων και πόρων που κάνουν δύσκολες τις επιλογές σχετικά με την συμμετοχής τους σε ορισμένες περιοχές, όπως συνεχίζουν να επικεντρώνουν τις κύριες προσπάθειες στην περιοχή Ασία-Ειρηνικού. Ως εκ τούτου, οι ΗΠΑ χρειάζονται στρατηγικούς συμμάχους που είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν τα βάρη και να προωθήσουν τα αμερικανικά συμφέροντα σε περιοχές όπου η συμμετοχή των ΗΠΑ σχεδιάζεται να μειωθεί ή τουλάχιστον να μην αυξηθεί.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη Μέση Ανατολή, όπου οι αραβικές εξεγέρσεις έχουν δημιουργήσει ένα κενό εξουσίας το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να καλυφθεί από ριζοσπαστικά ισλαμικά κινήματα που χρηματοδοτούνται είτε από το Ιράν ή τη Σαουδική Αραβία. Σε αυτήν την περίπτωση, η δυνατότητα του μοντέλου διακυβέρνησης της Τουρκίας συνεχίζει να είναι παράδειγμα προς μίμηση και μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ και για να ανακόψει την αυξανόμενη επιρροή του ριζοσπαστικού ισλαμισμού, αλλά και να ματαιώσει τις ιρανικές προσπάθειες για την επίτευξη της περιφερειακής ηγεμονίας.

Εν τω μεταξύ, θα πρέπει να τονιστεί ότι η Τουρκία είναι πλέον πολύ πιο σίγουρη από ό, τι ήταν στη δεκαετία του 1990, και μια επιστροφή σε μια κατάσταση στην οποία η Τουρκία θεωρούνταν ως πελάτης των ΗΠΑ στην περιοχή είναι εξαιρετικά απίθανη. Η Τουρκία θα συνεχίζει να συνεργάζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο βολεύει τα εθνικά συμφέροντα της να το πράξει, και ταυτόχρονα είναι έτοιμη να πει «όχι» σε ορισμένες αμερικανικές προτάσεις. Παρ 'όλα αυτά, η σημερινή σύγκλιση των στρατηγικών συμφερόντων δείχνει να είναι αποφασιστικός παράγοντας για τη συνέχεια της προώθησης της αναζωογονημένης στρατηγικής συνεργασίας ΗΠΑ-Τουρκίας στην περιοχή, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.

Εν τω μεταξύ, κατά την τελευταία δεκαετία οι ρωσοτουρκικές σχέσεις έχουν βελτιωθεί, με τα δύο κράτη να παρουσιάζουν σημαντική πρόοδο, ιδίως στις οικονομικές σχέσεις τους. Το 2008 η Ρωσία εκτόπισε τη Γερμανία ως τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Τουρκίας με ετήσιο όγκο συναλλαγών ύψους 38 δισεκατομμυρίων δολαρίων, και με έναν από τους κύριους τομείς της συνεργασίας να είναι ο τομέας της ενέργειας, στην οποία η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Τουρκία.

Τον Μάιο του 2010, κατά την επίσκεψη του Προέδρου Μεντβέντεφ στην Τουρκία, οι δύο χώρες κατέληξαν σε συμφωνία για την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού σταθμού στην Τουρκία, με εκτιμώμενη αξία τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια. Τον Δεκέμβριο του 2011 η Τουρκία παραχώρησε επίσημα στην Ρωσία άδεια για την κατασκευή και τη λειτουργία του αγωγού αερίου South Stream, η μεταφορά ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της Μαύρης Θάλασσας στη Βουλγαρία και στην Ευρώπη, μέσω της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Τουρκίας.

Τα πρώιμα στάδια αυτής της ρωσοτουρκικής προσέγγισης συνέπεσαν με την επιδείνωση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων, δείχνοντας τουλάχιστον μια μετατόπιση της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας. Ωστόσο, από το 2011 μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας έχουν εμφανιστεί διαφωνίες και ρωγμές σε αρκετούς στρατηγικούς τομείς. Η διαφορά στις θέσεις των δύο χωρών σχετικά με τη συριακή κρίση, για παράδειγμα, έχει τη δυνατότητα να βλάψει σοβαρά τις διμερείς σχέσεις, όπως φάνηκε στις 10 Οκτωβρίου 2012 όταν ένα συριακό αεροσκάφος Α320, καθ 'οδόν προς τη Δαμασκό από τη Μόσχα αναγκάστηκε από τουρκικά μαχητικά να προσγειωθεί στην Άγκυρα. Η τουρκική απόφαση να φιλοξενήσει το σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας του ΝΑΤΟ είναι ένα άλλο ακανθώδες ζήτημα στις σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα.

Η περιοχή του Εύξεινου Πόντου έχει αναδειχθεί ως ένα βασικότατο ζήτημα για την αναμόρφωση μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης. Η γεωπολιτική «μεγάλη σκακιέρα» στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου αναδιατάσσεται, με την Ευρω-Ατλαντική κοινότητα από τη μία πλευρά, και τη Ρωσία από την άλλη, να επιδιώκουν να αναμορφώσουν τις επικαλυπτόμενες σφαίρες επιρροής τους στον απόηχο των εξελίξεων στην Κριμαία.

Η κρίση στην Ουκρανία, η οποία οδήγησε στην προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το Μάρτιο του 2014, είχε άμεσο αντίκτυπο στη στρατηγική κατάσταση σε ολόκληρη την περιοχή του Εύξεινου Πόντου. Η Ρωσία αναδεικνύεται ως ο δικαιούχος μεγάλου μερίσματος του Εύξεινου Πόντου, ως επί το πλείστον σε βάρος της Ουκρανίας. Η νέα κατάσταση έχει πλέον επιπτώσεις και σε άλλους περιφερειακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας. Η Άγκυρα θα προωθήσει τη δημιουργία ενός πιθανού ρωσοτουρκικού γεωπολιτικού δυοπώλιου στην περιοχή και αυτό με την σειρά του θα οδηγήσει στην αύξηση της συμμετοχής των Ηνωμένων Πολιτειών στα επί τόπου δρώμενα.

Η νέα ισορροπία δυνάμεων υπογραμμίζει επίσης τον ρόλο της Τουρκίας ως ο μοναδικός τοπικός φορέας που είναι ικανός να αντισταθεί σε δυνητικές προκλητικές ρωσικής επεκτάσεις στην περιοχή. Αυτό αυξάνει της σημασία της Άγκυρας ως εναλλακτική λύση απέναντι στη Μόσχα. Ως εκ τούτου, η κρίση προσφέρει την Τουρκία την ευκαιρία να επωφεληθεί από την κατάσταση μιας περιφερειακής δύναμης. Ωστόσο, το εύρος των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές επιλογές των ΗΠΑ και το βαθμό στον οποίο η Ουάσιγκτον θα αποφασίσει πράγματι να στηρίξει την Άγκυρα ως ανάχωμα κατά Ρωσίας.

Η Τουρκία θα συνεχίσει πιθανόν να καλλιεργεί στενές οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία, αλλά οι διαφωνίες στους άλλους τομείς σημαίνουν ότι οι ρωσοτουρκικές σχέσεις είναι απίθανο να υπονομεύσουν τη συνεχή αναζωογόνηση των σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας, ως βάση για την εξασφάλιση των τουρκικών στρατηγικών στόχων στην περιοχή.

Οι αραβικές πολιτικές αναταραχές, και ιδιαίτερα η συνεχιζόμενη κρίση στη Συρία και το Ιράκ, έχουν οδηγήσει σε διαφωνίες με το Ιράν. Η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται τον Άσαντ ως βασικό σύμμαχό της, και ως έναν δίαυλο για την προβολή της επιρροής της στον Λίβανο και τη Λωρίδα της Γάζας, μέσω των πληρεξουσίων της Χεζμπολάχ και της Χαμάς. Ως εκ τούτου, η υποστήριξη της Τουρκίας προς τη συριακή αντιπολίτευση έχει προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες στην Τεχεράνη, με τη δυνατότητα της πτώσης του Άσαντ να παρουσιάζεται ως σημαντικό θέατρο για τα στρατηγικά συμφέροντα του Ιράν και ενδεχομένως αφήνοντας την Τεχεράνη ακόμα πιο απομονωμένη.

Η θετική ανταπόκριση της Τουρκίας να φιλοξενήσει το σύστημα έγκαιρης αντιπυραυλικής προειδοποίησης του ΝΑΤΟ στο έδαφός της έχει κάνεις τις σχέσεις με το Ιράν ακόμη πιο τεταμένες, με την Τεχεράνη να υποστηρίζει ότι ο κύριος στόχος του συστήματος είναι η προστασία του Ισραήλ από τους ιρανικούς πυραύλους, και ότι το σύστημα αποτελεί μια πραγματική απειλή για την ιρανική εθνική ασφάλεια.

Το Ιράν είναι επίσης δυσαρεστημένο με τις προσπάθειες της Τουρκίας να προβάλει την επιρροή της στην περιοχή με το εκλαΐκευμένο μοντέλο της διακυβέρνησης. Εν τω μεταξύ, τόσο η Τουρκία όσο και το Ιράν προσπαθούν να αποφύγουν οποιαδήποτε περαιτέρω επιδείνωση στις σχέσεις τους και τουλάχιστον σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα επιδιώκουν να αποφευχθεί η άμεση αντιπαράθεση.

Μεσοπρόθεσμα, ωστόσο, η αυξανόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μεταξύ σουνιτών και σιιτών θα επιφέρει περαιτέρω επιδείνωση των τουρκο-ιρανικών σχέσεων με το Ιράν να ενεργεί ως ο ηγέτης του στρατοπέδου των σιιτών και η Τουρκία να αγωνίζεται για την ηγεσία του σουνιτικού στρατόπεδου. Ο μυστικός ανταγωνισμός Τουρκίας-Ιράν είναι έτσι ένας άλλος παράγοντας που ωθεί την Άγκυρα να επανεξετάσει τη σχέση της με τις ΗΠΑ, με την Τουρκία να χρειάζεται στήριξη προκειμένου να αποκτήσουν πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου της, και με τις ΗΠΑ να είναι καλά τοποθετημένη για να συνεισφέρει επί αυτού.

Η Τουρκία ανησυχεί για τη δυνατότητα της κουρδικής αυτονομίας στο βόρειο τμήμα της Συρίας, καθώς και από την επιθυμία των Κούρδων της Συρίας να μιμηθούν την εμπειρία της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Κουρδιστάν στο Ιράκ, που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες απαιτήσεις για τη δημιουργία μιας περαιτέρω αυτόνομης κουρδικής περιοχής εντός της τουρκικής επικράτειας. Πιθανές εξελίξεις στον τομέα αυτό είναι μια άλλη βασική κινητήρια δύναμη της ανανεωμένης συνεργασίας της Τουρκίας με τις ΗΠΑ στην περιοχή, όπως η Τουρκία έχει λίγους μοχλούς στην διάθεσή της για να επηρεάσει την κατάσταση των Κούρδων εντός της επικράτειεας της Συρίας.







defence news

Δημοσίευση σχολίου Blogger

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 
Top